Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

in memoriam...



Ήλθε στο σχολείο μας στα μισά του χρόνου, κόντευε το Πάσχα. Μας φάνηκε τότε παράξενο, δεν συνηθίζονταν κείνα τα χρόνια και ειδικά στα σχολεία των χωριών να έρχεται στη μέση του χρόνου νέος μαθητής. Το εξήγησαν οι γονείς μας πως ήλθε πάνω στα φυτέματα, ξενοδούλι στις διακοπές του Πάσχα και του καλοκαιριού. Παιδικά χέρια στα χωράφια των άλλων, μιας και ο μπάρμπα Γιάννης δεν είχε στρέμμα δικό του. Συνηθιζόταν τότε πολλοί από το απέναντι νησί να έρχονται στην περιοχή να βρούν ένα μεροκάματο. 

Μετά μάθαμε: παιδί από πάμπτωχη οικογένεια, ήλθε να "φιλοξενηθεί" στην οικογένεια του θείου του, του μπάρμπα-Γιάννη. Αριστερός ο μπάρμπα-Γιάννης, σάπιος από το ξύλο της εθνικοφροσύνης και το αλκοόλ, με εφτά παιδιά στην πλάτη του κι' ένα το φιλοξενούμενο. 

Ο νέος συμμαθητής μας γράφτηκε στην τέταρτη τάξη. Ψηλό παιδί, ευγενικό, έξυπνο. Η υποδοχή του από τους χωριανούς συμμαθητές μα και τους μεγάλους αντίστοιχη με αυτήν με την οποία "έλουζαν" χρόνια τώρα τη νέα του οικογένεια. Μα το "αποπαίδι" γρήγορα κέρδισε τις καρδιές μας, μα και την καρδιά του διευθυντή του σχολείου μας. Η δικτατορία δεν είχε έλθει ακόμη. Και μπορούσε να πηγαίνει τ' απογεύματα στα σπίτια των συμμαθητών και να βοηθά τα "στουρνάρια" της αριθμητικής. 

Δεν έμεινε για πολύ στο μικρό μας σχολείο. Κάποιοι άλλοι συγγενείς, φρόντισαν και τον πήραν στην Πάτρα. Τον χάσαμε. Μα πιο πολύ τον έχασαν τα αδέλφια του και οι στερνοί του γονείς. Που, κάτι ο κατατρεγμός της νέας εξουσίας και η εξ' αυτού φτώχεια μα και η λύπη της οικογένειας για τον νέο αναγκαστικό ξεριζωμό του, έσπερναν θάνατο καθημερινά. Σκοτεινοί καιροί, ανεξιχνίαστες και ανομολόγητες διαδρομές. Τόσο που η οικογένεια ξεχάστηκε, σαν να σβήστηκε από τα κιτάπια του ληξιαρχείου. 

Αργότερα μάθαμε από τον διευθυντή του σχολείου μας, που έγινε κουμπάρος στην οικογένειά μου, πως ο πρώην συμμαθητής μου είναι ο καλύτερος μαθητής στην Πάτρα. Και αυτό είχε κατασταλλάξει μέσα μου: ο παιδικός μου φίλος είχε βρεί το αραξοβόλι του. 

Χρόνια μετά, λίγες μέρες μετά τον άδικο χαμό του, πήγα τη σακαράκα μου για σέρβις στον Τρύφωνα, συμμαθητής και φίλος κι' αυτός στο Δημοτικό. Κι' η Καλημέρα του με πάγωσε: Τον φάγανε τον Νίκο, οι μπάσταρδοι τον Νίκο βρήκαν να φάνε ; 

Ούτε αριστερός, ούτε ΠΑΣΟΚ ο Τρύφωνας. Έντιμος δεξιός θάλεγα. Είχα μάθει τα νέα για την δολοφονία ενός καθηγητή μαθηματικών στην Πάτρα. Ποτέ δεν πήγε το μυαλό μου σ' αυτόν. Ακόμη και όταν είδα τη φωτογραφία του. Μου θύμισε τότε ο Τρύφωνας όλη την κοινή μας ιστορία. Την ιστορία των δύο χρόνων που τον είχαμε συμμαθητή. Την αλητεία μας στα αμπέλια, τις βόλτες χειμωνιάτικα στη θάλασσα, τα σκαρφαλώματα στα ξένα δέντρα για τον επιούσιο, ακόμη και τα μικρά μας μεθύσια. Και έχοντας μάθει την ιστορία των αγώνων του και το σκηνικό της δολοφονίας του (εξήγησα και το γιατί παραιτήθηκε ο συντοπίτης μας υπουργός Παιδείας τότε) και των αγώνων του, βούρκωσα. 

Δεν ξαναπέρασα από τον δρόμο μπροστά από το σπίτι που έζησε για δυό χρόνια στο μικρό μας χωριό. Και όταν πηγαίνω στην θάλασσα, εκεί που στα σπλάχνα της άδειαζε το μικρό μας ποτάμι, απέναντι από το νησί του, αφήνω μερικά κρινάκια των αμμόλοφων. Γιατί εκεί, στο ξέπνοο του ποταμιού, ο Νίκος μας άνοιγε, παιδόπουλο 10 χρονών, την καρδιά του. Είχε βιαστεί να μιλήσει σαν σοφός άνδρας. Ίσως και νάξερε από τότε για το τραγικό του τέλος. 

…και τα παραμυθένια του λόγια, γιομάτα σοφία και ελπίδα, μας ταξίδευαν τότε πέρα από τον ωκεανό. Βλέπετε ; μας έλεγε ; Πέρα μακρυά είναι το Γιβραλτάρ και μετά ωκεανός. 

Και με ταξιδεύουν ακόμη τα παραμύθια του Νίκου Τεμπονέρα.

Καλή αντάμωση Νίκο, θα τα πούμε σταυς αμμόλοφους τ' ουρανού. 

Ο χαμός σου είθε να κρατά γιομάτες τις ζωές μας. Δικαίωση της δικής σου πορείας.

θ.

το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο dikaex.blogspot.gr

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

στη ροή του χρόνου...


...Στον κόσμο αυτό είμαστε όλοι περαστικοί, 
Απ' του σφένδαμου τα φύλλα ο χαλκός αργά κυλά.
Ας είναι, λοιπόν, ευλογημένο το καθετί, 


Που του έλαχε ν' ανθίσει και να πεθάνει μια φορά. 
Σεργκέϊ Γιεσένιν, 1922

...οι ποιητές,


αποτυπώματα ορφανά αφήνουν πάνω στη λασπωμένη γή του σκοτεινού παρελθόντος των. να τα διαβάζουν οι περαστικοί, να γεύονται το νέκταρ των πρώϊμων ονείρων τους. και σαν στέκονται για μια στιγμή, μετέωροι ανάμεσα στο άγνωστο και το τίποτα, τόσο ίσα να τους γροικούν από κεί πάνω εκείνοι και να καταφθάνουν, Ανάσταση κροτούντες, στων πλημυρισμένων πόλεων τις αυλές,
όλος ο έρωτας του κόσμου σε μια στιγμή,

εικόνες και σκιές, συγκεχυμένες οι πλάστες των ονείρων μας. και στα σκιρτήματα της ψυχής, στο πέταγμα του νού, βρίσκουν την απόκριση που περίμεναν για χρόνια, ίσως και αιώνες, από τότε που έσερναν αργά τα πόδια τους για να μη χάνουν τις ιερές λεπτομέρειες των δρόμων τους. άλλωστε ήξεραν πως οι μέρες ανήκουν σ' αυτούς που δεν γεννήθηκαν ακόμη και πως μήτε ο ήλιος, μήτε ο ίσκιος θα μοιράζονταν ποτέ τον κόσμο που ζούσαν.

μια σταλιά νερό έξω από το παραθύρι, τη μεγάλη νύχτα των ρουσαλιών,

κι' έτσι ποτέ στους στίχους των δεν χώρεσε η αγωνία για τον επιούσιο.

μα η ώρα σαν έλθει, να μας μιλήσουν για το διάβα τους στη γή, για το ανθυλικό της  παρουσίας των εδώ κάτω, χάνονται. τους βλέπουμε να φεύγουν όπως φεύγει μια ωραία γυναίκα, όπως φεύγει η ζωή.

και παίρνουν τη θέση τους στο στερέωμα του χρόνου, πότε περιγελώντας την υλική μας υπόσταση και πότε αγαλόμενοι, χαράσοντας τα μονοπάτια μας.  

και τότε μαθαίνουμε, στις νύχτες των στοχασμών, πως κάποτε την ουτοπία έβαλαν στο μάτι, ίσα τη σημάδεψαν, μα το χέρι τους έτρεμε κι' αστόχησαν. μαθαίνουμε πως τα σώματά τους μούλιαζαν για καιρό στα άγουρα όνειρά τους. και πως κείνους τους καιρούς κρύβονταν ντυμένοι με ζωές συμβατικές. και κανείς δεν έβλεπε πάνω τους παρά την εικόνα του κι' έτσι δεν καταδέχονταν ν' αγοράσουν τα βιβλία τους, μη δίνοντας ένα τάληρο. κι' ας ήξεραν  πως  ό,τι από το άγνωστο έρχεται είναι η τέλεια ομορφιά.

και τότε αυτοί και πέφτανε ανάσκελα στο χώμα κοιτώντας τον ουρανό, ξέροντας πως αυτός    ήταν ο τόπος τους. και περίμεναν καρτερικά τη στιγμή που ο χειμώνας θ' αποσύρονταν, να βγούν να αφήσουν στης γή τους σπόρους των ονείρων τους. κάθε αυγή της άνοιξης άκουγες την άηχη γέννα πνιγμένη στον θόρυβο των πόλεων.

αποτυπώματα αφήνουν οι ποιητές του κόσμου, οι ιχνογράφοι της κρυφής ελπίδας του. και μετά χάνονται ως εκεί που είναι δύσκολο να τους συναντήσεις.

Κώστας, Νεφέλη, Ναπολέων, Κατερίνα, ......

φωτογραφία: αρχαία Ολυμπία, ελπιδοφόρα απομεινάρια μιας καταστροφής, Δεκ.2013

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

"η ερημιά τα κλαριά μου γερνάει"

Σαν με κοιτάς
πιο όμορφη γίνομαι

ακόμη και με γυμνά τα κλαριά μου
μπορώ τον ουρανό ν' αγγίζω.

και της γής τις πληγές να γιατρεύω.

...ψιθύρισε η βυσινιά μες στον αγριοχειμώνα

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

τ' όνειρο στου Ιωσήφ


ψηλά φωτογραφίες χορευτών


και κάτω στη γή καμμιά εικοσαριά όλοι κι' όλοι, κάθονταν άλλοι στα τραπέζια, άλλοι στο περβάζι του παραθύρου κι' άλλοι όρθιοι με την πλάτη στο ψυγείο, στου Ιωσήφ το μαγαζί, μέρες πούρχονται, να βρεθούμε είπαμε. Γιατί ως τον άλλο χρόνο ποιός ξέρει που θάχουμε σκορπίσει, ποιός ορίζει τις στιγμές που αναβλύζει το δάκρυ το ολόφωτο μες στο σκοτάδι. καμμιά εικοσαριά όλοι κι' όλοι και κανένας ψιθυρισμός, ούτε μορφασμός, ματιές στο πέραν μόνο, ματιές που χάραζαν του καθενός τον ορίζοντα. να φυγαδευτεί από τα δεσμά του πρόσκαιρου το όνειρο, να μην βουρκώσει από την υγρασία των ματιών, που σε κάθε τραγούδι αναλαμπύριζαν, σαν τις πυγολαμπίδες της Ανάληψης, μες στο σκοτάδι του μαγαζιού. γιατί σκοτεινή ήταν κι' η αποψινή βραδυά, σκοταδιασμένες όλες οι βραδυές τούτα τα χρόνια.











και χαμηλά σταρ αποθαμένες



και τα μάτια μου καρφώνονταν εκεί, στη φωτογραφία τη μία και μοναδική της που μούλαχε να δώ, της Τίνας τη φωτογραφία, της Τίνας των άλλων καιρών μα απαράλλαχτων προσδοκιών και πόθων.

και κάτω στη γή πνίγονταν οι ορίζοντες στον καπνό κι' έρχονταν και κάθονταν όπου το δάκρυ ήταν πιο φωτεινό, πιο μεγάλο. λες και θα ξεδιψούσαν αποδαύτο, λες και θα κρατούσαν παράμερα τη θλίψη και την ανημποριά να καταλάβουν, 


και σαν ο Παναγιώτης έπιασε την κιθάρα κι αντήχησε η φωνή της Μελίνας, όλα τα σώματα στιβάχτηκαν για μια στιγμή πάνω τους, τα βλέμματα στα δάχτυλα και στις χορδές, τ' αυτιά στα χείλη της Μελίνας, ανάερες οι ψυχές έτσι πούβγαιναν οι καημοί, να πάρουν όλες κι' η κάθε μιά το μερτικό τους και μετά να σκορπιστούν εδώ κι εκεί, άλλη σε βουνά, άλλη σε θάλασσες, σε νησιά και πεδιάδες, σε λαγκάδια και ρεματιές, σε έμμορφα περβόλια, σ' ανάκτορα μυθικά, σ' αγκαλιές ερωμένων. και ξανά πίσω, στ' άλλο τραγούδι γρήγορα-γρήγορα, να κλέψουν άλλη έναν στίχο, άλλη μια λέξη, άλλη ένα κρεσέντο της φωνής ή μια μελωδία απόκοσμη και να ξανασκορπιστούν να μαζέψουν το νέκταρ των ανθών από του καθενός το όνειρο και να ξανάρθουν. ταξίδια στον άνεμο, ταξίδια πάνω σε χίλια δυο λουλούδια της άνοιξης, στης κάθε μιάς το λουλούδι, στης κάθε μιάς τ' όνειρο. Σαν της μέλισσας το ταξίδι τούτο το πήγαιν-έλα, που δεν σκιάζεται της περιπλάνησης τη μοναξιά, τ' αγέρωχο τ' ανέμου.

κι οι ώρες κυλούσαν σαν νερό, η μια στιγμή με την άλλη σφιχταγκαλιασμένες, μια κουκίδα στο χρόνο τούτο το παραμύθι, ώσπου να βγείς έξω, να παγώσει η ψυχή, ν' αναθαρρύσει ο νούς από το στοιχειό του κρύου αέρα, και να πεις πως τούτη η μοναξιά δεν αντέχεται, τρομαχτική του νού η μοναξιά. 

ξημέρωνε στις προσταγές μιας ζωής αμείλικτης ισορροπίας, όπου κουλουριάζεται η ψυχή πάνω από γόνατα ανήμπορα, στεγνώνουν τα μάτια, λησμονιέται το όνειρο, καταγράφεται σαν όλα τ' άλλα σ' ένα βιβλίο απωλειών, ξημέρωνε...

-Πόσα χρόνια Ιωσήφ... ;
-τί ρωτάς ;
-πόσα χρόνια έχεις το μαγαζί...
-δέκα επτά !
-μα ήλθε ο καιρός να το δώσω, δεν αντέχω άλλο...
-θέλω τη φωτογραφία της Τίνας πριν το δώσεις...
.....
-της Τίνας Μοντότι. Πες μου Ιωσήφ, που τη βρήκες.
-βλέπεις καμμιά Τίνα εδώ πάνω ;

και μούδειξε με το χοντρό του δάχτυλο στον τοίχο, λίγο πιο πάνω, κάτω από τους χορευτές, εκεί όπου ήταν κρεμασμένες οι φωτογραφίες των αποθαμένων star...

... μα η Τίνα δεν ήταν πια εκεί, λες και πέρασε σαν αερικό ανάμεσά μας και πέταξε μακρυά...

έφεξε πια η μέρα, το φώς της γκρέμιζε τη σκοτεινιά, έσβηναν της νύχτας τα όνειρα. η Τίνα δεν υπάρχει, μπορεί και να μην υπήρξε ποτέ...

όμως, που πήγαν...
τα τραγούδια που 'λεγα
όπου πολύ σ' αρέσαν ...

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

το ζύγι


Τότε ήταν που λύγισα. Μόλις είχα κάνει λίγα βήματα από το ερειπωμένο διαμέρισμα των προσφυγικών της Λεωφόρου, εκεί όπου μια αλγερίνα μάνα με τα δύο της παιδιά είχε βρεί προσωρινό καταφύγιο. Λίγες κουβέρτες, κάποια τροφή για τη νύχτα, για το κρύο που θάδερνε τα όνειρά τους. Ακρυλικά βοηθήματα σε ναυαγισμένους από μια τρικυμία που δέρνει τους καιρούς μας.

Στάθηκα στον απογευματινό παγωμένο αέρα να μετρήσω τις αντοχές μου, αναλογιζόμενος τις αντοχές της μάνας, ζυγιάζοντας υποθετικά τη ζεστασιά του κόρφου της που έμελλε νάταν το πιο πολύτιμο σκέπασμα για τις ψυχές των παιδιών της.

Τότε σαν ψίθυρος βγήκε από μέσα μου, αντίδραση στο βολόδερμα του ανέμου: δεν έχεις το δικαίωμα να φύγεις. Να μείνεις εκεί να δείς τί θα πεί κρύο, πείνα, ερημιά, νύχτα που αποστερεί τον ύπνο, που αποδιώχνει τα όνειρα. Κι' έκανα να γυρίσω πίσω, να επαναλάβω με πιότερη ζεστασιά την ευχή, Καληνύχτα, να υποσχεθώ πως αύριο το πρωϊνό θάρθω ξανά. Να τολμήσω να αγκαλιάσω τη μάνα με τα δύο της παιδιά, να βρώ τον τρόπο να φύγει από 'κεί, τη δύναμη ν' ανταλλάξουμε την πρόσκαιρη στέγη μας.

Δεν ξέρω αν θα καταλάβαινε, δεν ξέρω αν ανίχνευε ότι από την επαίσχυντη εκπλήρωση της φιλανθρωπίας μου, ένοιωθα πως μου έλειπε το πιο ουσιαστικό, το φώς.  

Κι' ήταν ο νούς που στροβιλίζονταν εκείνη τη στιγμή, διασχίζοντας όλες τις εκδοχές μιας αληθινής προσφοράς, ήταν η ψυχή που ακολουθούσε και τα μάτια που δανείζονταν από την ψυχή τ' αστάλλακτο βούρκωμα. Και είπα πως για να γίνει το δάκρυ βροχή, να ποτιστεί το χώμα, πρέπει ο νούς να τρέξει, να διαβεί τον κόσμο των ονείρων κι' εκεί ν' αναζητήσει τ' απάγκιο του.

Και τ' Όνειρο να ξετυλιχτεί πάνω σ' ένα κρεβάτι, κάτω από βαμβακένια σκεπάσματα, μ' ένα φώς που γλυκαίνει τη νύχτα. Νάναι γλυκειά η αγκάλη της μάνας, νανουριστικά τα παραμύθια της, γένα η προσμονή της.

Και σαν το δάκρυ ξεθαρρεμένο τόλμαγε να προβάλλει στον έξω κόσμο, ερχόταν να γκρεμοτσακιστεί στα βράχια ενός φόβου, αυτό δεν γίνεται, δεν μπορώ να το κάνω, τί θα πούν στο σπίτι, τί θα πούν...

Σαν να κατεβαίνει ένας διακόπτης που κόβει κάθε γέφυρα με αυτό που ονειρεύεσαι, μ' αυτό που θάπρεπε να κάνεις. Το ξέρω, σε πολλούς συμβαίνει αυτό. Κάνουμε "αυτό που μπορούμε" είναι η στεγνή απολογία μας, είναι η κόκκινη γραμμή που δεν πρέπει ο νούς να διαβεί, ακολουθώντας της ψυχής μας το βάδισμα.

"Κάνουμε αυτό που μπορούμε" και μόνο. Σαν μια δικλείδα ασφάλειας, χωρίς να δοκιμάσουμε να διαβούμε αυτό το όριο, ίσως γιατί φοβόμαστε το άγνωστο, της ψυχής μας το αλαφροϊσκιωτο, των ονείρων μας το χάραγμα. Και τότε είναι που τα όνειρά μας παύουν να φωτίζουν τους δρόμους μας. και απ' εκεί ξεκινά η ατραπός που οδηγεί στην αποξένωση από την αλήθεια, στην παραίτηση και τελικά στην ακύρωση των όποιων υποσχέσεών ή των πράξεών μας.



Δεν αρκεί να δωρίσεις κάποιες κουβέρτες στον άστεγο, να του δώσεις λίγο φαϊ. Δεν αρκεί να μείνεις μια νύχτα στα προσφυγικά, άλλωστε είναι lagre. 

Όμως το ν' αφήσεις το δάκρυ να κυλήσει, να πάρουν χρώματα οι ανταύγειες της ψυχής, χρώματα που να σφάζουν, ν' ανακαλείς τις μνήμες από τ' ανέφικτα της ζωής σου πρωϊνά, σου επιτρέπει να σηκώνεις τα όνειρα στους ώμους σου, αποκηρύσσοντας τον κόσμο των φόβων, τον κόσμο της ανάγκης που αναδίνει διαρκώς τη μυρωδιά του σκοτεινού διαμερίσματος των προσφυγικών. 

Το θέλει η ψυχή να ζυγιαστεί στη ζυγαριά του μέλλοντός μας ; 

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

η ελπίδα

μικρός ο ίσκιος στο 'λιόγερμα

... στρώνει κάτω από τα πόδια μας μετάξια
γύρω από τα μάτια μας πλέκει ιστό
και μας νανουρίζει γλυκά.

Ποτέ δεν ήταν τόσο φιλική μαζί μας,
γι' αυτό ας την υποπτευθούμε

ή, 
ας της προτείνουμε έναν αναγραμματισμό.

ας βρεί ο καθένας μας τον πιο κατάλληλο.

για τον κάθε της ζωής μας Δεκέμβρη

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

πάμε χορωδία απόψε ;


Δύσκολο μού είναι να ζήσω το πένθος της απώλειας ενός παιδιού. Γιατί δεν έχω παιδιά, γιατί δεν έζησα τον καημό να αποχτήσω, να ξαγρυπνώ δίπλα τους, να τα μεγαλώνω, να βλέπω τις ζωγραφιές των ονείρων τους στα πρόσωπά τους, στα μάτια τους, στο χαμόγελό τους. Μου είναι δύσκολο. Όμως μπορώ να βάλω το μισοσαπισμένο μυαλό μου να τρέξει λιγάκι, τη σαστισμένη ψυχή μου να αφουγκραστεί το θρήνο αυτής της γυναίκας που κάπου στα 40 χρόνια της έφερε στον κόσμο μια ζωή, μιαν ελπίδα παραπάνω, μια παιδική φωνούλα στο δρόμο, μια υπόσχεση παρουσίας άφθαρτου κάλλους πάνω στη γή.

Μα πιο δύσκολο μού είναι να κατανοήσω την αδιαφορία μας, το προσπέρασμα της σκέψης από το άκουσμα της φρικτής είδησης για την απώλεια ενός παιδιού. Και είναι τούτο το προσπέρασμα που αναδεικνύει έναν άλλον τύπο δολοφόνου: κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. 

Δολοφόνος δεν είναι η κακιά στιγμή, το μαγκάλι, η μάνα. Δολοφόνος δεν είναι ο εχθρός του λαού μόνον. Έχει συνεργό. και είναι αυτός ο αόρατος εχθρός της υπόστασής μας, η αδιαφορία, τα παχειά λόγια, το βιαστικό βάδισμα των λέξεων πάνω από τα χείλη, η απαγόρευση να μπούν μέσα μας, να φτάσουν στο νού και την ψυχή, να γίνουν άρτος ζωής και ελπίδας. 

Δολοφόνου όπλα είναι τα λόγια που δεν γίνονται πράξεις αντιβίας απέναντι στη βία των καιρών, στη βία του ηθελημένου ολέθρου. Κι' άκουσα χθές βράδυ στόματα να λαλούν παράφωνα μέσα στον πακτωλό του πένθους. Στόματα να στέκονται μόνο για μια στιγμή να συλλαβήσουν ένα κρίμα, να ζωγραφίσουν μια θλίψη πρόσκαιρη κι' ανάλαφρη, ικανή να την πάρει το πιο αδύναμο αεράκι, να τη σκορπίσει μακρυά. 

Ναι, το ξέρουμε όλοι, τόχουμε παραδεχτεί, έχουμε αποδείξεις ατράνταχτες ποιός είναι ο δολοφόνος. Δεν είμαστε εμείς, αλλά το κράτος, οι εξουσίες, ο ταξικός εχθρός, οι ανάλγητες διοικήσεις, η τρόϊκα, το ΔΝΤ. Και άπαξ και πιστοποιήθηκε ο εχθρός νοιώθουμε ανάλαφροι και εφησυχασμένοι, τόσο όσο μεγαλύτερος είναι ο εχθρός. Έ, τί να κάνουμε, μπορούμε να τα βάλουμε με τους δανειστές ;

Να όμως που το δρεπάνι των δανειστών φτάνει δίπλα μας, κόβει τον αέρα φέτες, τις ζωές του καθενός μας φέτες, αποχρωματίζει τα όνειρα χιλιάδων παιδιών. Κι' εμείς ανάλαφροι, αφήνουμε να μας παρασύρει η ελαφρότητα της συνείδησής μας σε έναν άλλο τόπο ευδαιμονίας, εκεί που το μέτωπο των καθημερινών μαχών αποτελεί το αγαπημένο συνοδευτικό του καφέ μας. 

Πάμε χορωδία απόψε ; Έξω από τη ΔΕΗ θάχει κρυόβροχο, που να κουβαλιόμαστε στη Χαλκοκονδύλη.