Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

στο χωριό

εδώ είναι το κράτος μου
ψιθύρισε τ' αηδόνι



κι' η σπιθαμή ξυπνά τα όνειρα
ντύνει τις λέξεις πόθους.


μην καυχηθείς για με ποτέ
σε ξένα μάτια,
μα των παιδιών τη στέρηση
κοίτα να τη γητέψεις


έτσι μου είπες κι έκανα,
κι' αλλοιώτεψε η ψυχή τους


μα ας ήταν θέ μου μπορετό
να δεις και τη χαρά τους.

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

αφήνοντας ό,τι δεν είναι αγάπη



....Ο Γιαροσλάαβ τραγουδούσε τώρα ένα τραγούδι για την αγάπη και γώ ένοιωσα μέσα σ' αυτό το τραγούδι (μέσα στη γυάλινη καμπίνα αυτού του τραγουδιού) πού η λύπη δεν είναι εύκολη, το γέλιο δεν είναι ψεύτικο, η αγάπη δεν είναι γελοία και το μίσος δεν είναι δειλό, όπου οι άνθρωποι αγαπούν το σώμα και την ψυχή (ναί Λουτσία, το σώμα και την ψυχή συνάμα !), πού όταν μισούν σηκώνουν το μαχαίρι ή το σπαθί, στη χαρά χορεύουν και όταν απελπίζονται καταφεύγουν στις όχθες του Δούναβη, όπου η αγάπη είναι ακόμη αγάπη και ο πόνος πόνος, όπου οι λέξεις δεν είναι ακόμη ερημωμένες· και μου φάνηκε πώς μέσα σ' αυτό το τραγούδι βρίσκομαι στο σπίτι μου, πως ο κόσμος του είναι το αρχικό μου στίγμα, το σπίτι μου πού του έδειξα τόση δυσπιστία, αλλά είναι ακόμη περισσότερο το σπίτι μου (γιατί την πιο λυπηρή φωνή έχει το σπίτι πού μέσα του αδικήσαμε)· αλλά αμέσως σκέφτηκα πώς αυτό το σπίτι δεν είναι απ' αυτόν τον κόσμο (και τί σπίτι είναι λοιπόν αν δεν είναι απ' αυτόν τον κόσμο;) και πώς αυτό εδώ πού τραγουδάμε είναι μόνο ανάμνηση, ενθύμιο, μια εικονική διατήρηση κάποιου πού δεν υπάρχει και αισθάνθηκα τα θεμέλια αυτού του σπιτιού να τρέμουν κάτω από τα πόδια μου, πως πέφτω, πώς κρατώ το κλαρινέτο στο στόμα και πέφτω κάτω στο βάθος των χρόνων, στο βάθος των αιώνων, στο ανεξιχνίαστο βάθος (όπου η αγάπη είναι αγάπη και ο πόνος πόνος) και είπα με εκπληξη πώς το μοναδικό μου σπίτι είναι ακριβώς αυτό το πέσιμο, αυτή η σπάνια και απέραντη πτώση και αφέθηκα έτσι μέσα σ' αυτόν τον γλυκό ίλιγγο....
Μίλαν Κούντερα, Το Αστείο 1967, μτφ Ανδρέα Τσάκαλη, εκδ. Κάλβος 1981.
η φωτογραφία από http://hroseis-apohroseis.blogspot.gr

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Η δική μου ανάσταση

Πάσχα μακρυά από το χωριό του μπαμπά και της μαμάς...

 (παρακαλώ !
 όχι κακές σκέψεις για το κοπάδι μου μέρες πούναι...)

 πώς είπατε ; τη γλυτώσαμε και φέτος ;

Λαμπρή: φρέσκια σαλάτα από το πάρκο

 μα αλλού σαν είμουν τον Σολωμό θα μνημόνευα


"όποιος πεθαόνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει"
Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά δεν απερνούσε
του ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο το αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί μεγάλοι ετοιμαστείτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε,
ανοίξτε αγκαλιές ειρηνοφόρες,
ομπροστά στους αγίους και φιληθείτε
φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
πέστε «Χριστός Ανέστη» εχθροί και φίλοι
.

Διονύσιος Σολωμός
και του χρόνου...
εκεί που ποθεί ο καθένας μας.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

πως βάφτηκε το κόκκινο με αίμα...

και σαν φτωχοί ξωμείναμε και άνυδροι
κι' ας μούλιασαν τα γόνατα στων ποταμών τις κοίτες
συνεπαρμένη θύμιση στου πουθενά τον ίσκιο
θαρρείς πως καταγίνηκε εις τα γκρεμνά ν' αχνίζει,
και ν' απορεί πως βάφτηκε το κόκκινο με αίμα.

Για τον Δημήτρη Χριστούλα 1935-2012.

και ένα κείμενο που γράφτηκε Απρίλιο του 2012 από τον Simple Man


Θα τον ξεχάσεις, σου λέω. Θα τον ξεχάσεις μέσα στο άγχος και την πολυφωνία των επερχόμενων εκλογών. Θα τον ξεχάσεις, γιατί δεν έβλεπες το πρόσωπό του χιλιάδες ώρες σε πάνελ τηλεοπτικών εκπομπών. Θα τον ξεχάσεις, γιατί δεν ήταν πολυγραφότατος , ούτε λαλίστατος, ούτε δημοφιλής.

Στο δέκατο του δευτερολέπτου που πέρασε η σφαίρα μέσα από ένα μυαλό, που είχε την ατυχία να ονειρεύεται, θα τον αφήσεις στην μνήμη σου και θα τον φέρνεις στη θύμηση σου, όταν θα έχεις την συνηθισμένη στιγμιαία τσατίλα, σαν εκείνον που στήθηκε απέναντι από τα γραβατοδεμένα καθίκια της δημοκρατίας φτύνοντάς τα με το αίμα του. Θα τον ξεχάσεις γιατί δεν έχεις την ψυχική αντοχή να τον θυμάσαι.

Τον έχεις ξεχάσει ήδη αφού το σιδερόφραχτο κάστρο της δημοκτατορίας είναι ακόμα στην θέση του και τα πολιτικόμουτρα κάνουν τα πλάνα του προεκλογικού τους αγώνα αποδεικνύοντας ότι ούτε τον θάνατο στην πόρτα τους δεν φοβούνται.

Η σφαίρα ήδη έχει γίνει μπίλια που την παίζουν «αριστεροί» και δεξιοί στην προεκλογική τους ρουλέτα, και δεν έγινε βόμβα, όπως ήλπιζες, στα θεμέλια αυτού του τεράστιου κρεοπωλείου ζωντανών ακόμα ψυχών.

Τον έχεις ήδη ξεχάσει γιατί τον έχεις κάνει ήδη μελό. Τον έχεις μετουσιώσει σε αφορμή να δακρύζουν τα μάτια σου και όχι να οργίζεται η καρδιά σου. Καρφώνεις σημειώματα αντίστασης στο δέντρο που έπεσε και δεν γίνεσαι εσύ το καρφί να τρυπήσει το λαρύγγι του ηθικού αυτουργού. Του πας λουλούδια και στεφάνια και περιμένεις την κηδεία του να κάνεις ακόμα μια ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας αντί ήδη να ράβεις τα σάβανα αυτών που σου έχουν πάρει τα μέτρα για την δική σου αόρατη κάσα.

Τον ξέχασες πριν καλά-καλά τον θυμηθείς. Δεν πρόλαβε να γίνει το ήσυχο ουρλιαχτό του λόγος πολιτικός να αδράξεις το όπλο, να πλέξεις κρεμάλες, να στήσεις στον τοίχο προδότες, να εκδικηθείς για Αυτόν που αρνήθηκε να ξεχάσει ότι το μόνο που δεν σκοτώνει, καμία ορατή και αόρατη σφαίρα, είναι η -για όλους εμάς- ξεχασμένη αξιοπρέπεια.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

ασβεστωμένοι άγιοι


ήθελαν να τους θυμούνται οι άνθρωποι 'δώ στο ξωκλήσι του ολοστρόγγυλου λόφου που δέρνουν οι άνεμοι και η βροχή, που υμνεί η μοναξιά, κι' ας πάνε χρόνια που σκεπάστηκαν οι μορφές τους, καιροί που καντήλια τις φώτιζαν τις νύχτες και άγγελοι εζύγωναν εκεί στο πλάϊ τους, μαζί με ξεμοναχιασμένους του βουνού βοσκούς, πούκλεβαν το μερτικό τους από τη ζεστασιά των προσώπων τους και μωρά στις φασκιές που εδώ, τις ώρες που οι μανάδες τους ρίχνονταν στο μεροδούλι, αυτά πλανεύονταν από σκιές και χρώματα και από του ήλιου τα καμώματα.

μετά οι βλαστοί τούτης της φωτοβολιάς και της ταπεινής αγιωσύνης φέραν ασβέστες να σκεπάσουν τις ξεφτισμένες μορφές των πρώϊμων αγγέλων τους, που ξέφτισε των ανθρώπων η ανεμελιά και χρόνια ύστερα πάνω στις ασβεστωμένες μορφές βάλαν άλλες, εικόνες με πλουμιστά κάδρα και καινούργιοι άγιοι με τις φανταχτερές φορεσιές έκατσαν πάνω στους παληούς, τους ρακένδυτους και ξυπόλυτους, που η τύχη τους τόχε να μην περισσέψει έγνοια γι αυτούς- κι ας ήταν εκεί από αιώνες-και τώρα οι νεόκοποι κατά το ανοίκειο των καιρών τάχθηκαν προστάτες συμφερόντων κυριών και αφεντάδων που με κινέζικα θυμιατά και λιβάνια και καλαμπόρτζηδες ψαλτάδες επικαλούνται τις πρεσβείες τους. για νάχουν φόβο και φθόνο οι ταπεινοί.

μέχρι νάρθει ο καιρός να δώσουν τη θέση τους σε άλλους, ποιός ξέρει, σε κάποιον αφέντη και σε κάποια κυρά που, μεγαλουργώντας σε καιρούς σιωπής και στέρησης, εξαγόρασαν το επέκεινα. μα οι ασβεστωμένοι άγιοι θάναι 'κεί βαθειά θαμμένοι, σε επιμαρμαρωμένους τοίχους, σαβανωμένοι από τη μνήμη των βελανιδιών και των πουλιών τους καλωσυνάτους αίνους. θάναι 'κεί να στοιχειώνουν τα όνειρα των νεόκοπων διαδόχων τους καθώς το ξέπνοο όνειρο της Βιργινίας* κιότεψε τα όνειρα του Νίκου της.
* ηρωϊδα της Κερένιας Κούκλας, του Κ. Χρηστομάνου.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

τα μάταια του κόσμου


αυτό είναι η ψυχή. να ορίζει τα μάταια του κόσμου και να ζεί μαζί τους. τη μια να τα χλευάζει και την άλλη ταξίδια να τους τάζει. να τα παίρνει από το χέρι και να φεύγουν μαζί. κι' η τόλμη θα νικήσει τη χλεύη. 
και μετά η ψυχή να κάθεται σκεφτική πως πίσω από την τόλμη κρύβονται χίλιοι εχθροί, παραμονεύοντας νάρθει η σειρά τους για να πάρουν το λόγο. και να πούν πως μάταια είναι όλα τούτα και πως στο τέλος εξουσία έχουν της γης τα σκουλήκια. τ' άκουσες μάτια μου τα φοβερά μαντάτα; της γης τα σκουλήκια. άτρωτα από αιώνες και κυρίαρχοι του κόσμου όλου. και τότες μικραίνει η ψυχή κι σ' όλα τούτα της αντριωσύνης βγάζει γλώσσα. και λουφάζει ο κόσμος ξανά.

πόση ζήση χρειάζεται κανείς για να ενδώσει σε τούτη την αλήθεια. μια στιγμή-κακιά που τη λένε. πτώση τη λένε οι φιλόσοιφοι. μα αναρωτήσου καλύτερα ψυχή πόσες μυγδαλιές χρειάζεται να ανθίσουν για να φύγει το μαύρο από τη γή ;

αχ! λέει,
τότε η ψυχή. και φυτεύει μυγδαλιές παντού. να τολμήσει η μέλισσα μες στην πρόωρη άνοιξη. και το βουητό της να αποδιώξει της γής τα σκουλήκια.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

πριν της πέτρας τη σιωπή

από το πρωτοσέλιδο της χθεσινής ΕΦ.ΣΥΝ

φεύγουν οι άνθρωποι που γνωρίσαμε, που αγνοήσαμε, που αγαπήσαμε, που μισήσαμε, που κάποτε ερωτευτήκαμε και μετά απομυθοποιήσαμε. φεύγουν. και με το φευγιό αποκαλύπτεται το κενό που αφήνουν. κι εγώ λέω πως αυτό το κενό ήταν δικό μας. με τόσο θανατικό ξωγύρω μου αυτό έμαθα. έμαθα πως ήταν ο εγωϊσμός μου που δεν μ' άφηνε να δώ την ολόπλευρη εικόνα τους όσο ζούσαν, να δεχθώ πως ήταν κάτι περισσότερο από αυτό που νόμιζα πως ήταν.

φεύγουν οι φίλοι, οι γείτονες, οι εραστές, οι συγγενείς, οι σύμμαχοι της ζωής μας κάποτε και νύν, άγνωστοι. άγνωστοι και συχνά φτωχότεροι. μιας και ό,τι ήταν να πάρουν σαν αντίδωρο μαζί τους ήταν αυτό που έπρεπε να θυμόμαστε γι αυτούς όσο ζούσαν. και αν λέω πως ο αποθανών δεδικαίωται είναι γιατί πάλι ο εγωϊσμός μου πλέκει τα συμφέροντά μου. είναι γιατί φοβάμαι πως και για μένα τίποτα δεν θάχουν να θυμούνται οι επόμενοι. δεν είναι η αγωνία μου μπροστά σε κάποιον κριτή μόλις θάχω διαβεί απέναντι αλλά η τρομώδης μεταμέλεια για όσα έκανα ή δεν έκανα. και όμως μπορούσα νάμαι πιο πλούσιος και να φύγω πλούσιος. με το μοναδικό της βιοτής μου αντιμίσθιο: τη θύμιση των άλλων που μένουν πίσω μου, τη θύμιση που ακονίζει της πέτρας τη σιωπή. οι νεκροί δικαιώνονται στη ζωή. και μόνο έτσι ζούν ανάμεσά μας.

με αφορμή το φευγιό του Γιάννη Καλαϊτζή που όταν καθόμουν δίπλα του στη Μουριά ποτέ δεν είχα δεί όλα αυτά που οι φίλοι του έβλεπαν και μνημόνευσαν χθες στην ΕΦ.ΣΥΝ.