Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

99 χρόνια μετά

Αυτή η ανάρτηση έγινε με ευκαιρία την 99η επέτειο της Οκτωβριανής επανάστασης και κυρίως τα όσα ακολούθησαν (Βουδαπέστη 1956, Πράγα 1968, Βερολίνο 1970). Περιείχε μια απομαγνητοφωνημένη μαρτυρία έλληνα πολιτικού πρόσφυγα στην Ουγγαρία ηχογραφημμένη σε ένα dat το 1989 και αναφερόταν στις τελευταίες ημέρες την Άνοιξης της Βουδαπέστης.
Ανεβάζοντας την ανάρτηση στην τελική της μορφή μια αδεξιότητα που δεν πρόσεξα εκείνη τη στιγμή, έσβησε όλο το κείμενο. Εϊχα πιστέψει πως η ανάρτηση είχε ανέβει και μπορούσε να διαβαστεί. Πριν καιρό ένας από τους ελάχιστους αναγνώστες του blog μου επεσήμανε το πρόβλημα που εγώ δεν είχα δεί τόσο καιρό.
Φυσικά μου ήταν δύσκολο να θυμηθώ τί είχα γράψει και κυρίως να απομαγνητοφωνήσω ξανά τη μαρτυρία. Περνώντας ο καιρός το άφησα συνήθεια που φοριέται τώρα τελευταία. Υποσχέθηκα όμως στον εαυτό μου να ξανακάνω την όλη προσπάθεια στην 100η επέτειο της Οκτωβριανής. Είθε !

Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

παραδίνομαι


παραδίνομαι,
στη μονοσήμαντη τονικότητα των λέξεων
στην ταπεινότητα του απλού που γεννά τη γαλήνη
στη χλωμή αφήγηση που εξιστορεί τη γέννηση
στην ιερή αγανάκτηση που ερμηνεύει την ψυχή
στην αβεβαιότητα των στιγμών που βγάζουν γλώσσα στο χρόνο
στις ανομολόγητες του νού αποδράσεις
στην τεθλασμένη διαδρομή των νοημάτων
στην αναπάντεχη μεταμόρφωση των ονείρων σε ζωή.
***
κάποτε-κάποτε, 
φτερουγίζουν σαν τις ψυχές οι λέξεις
και σαν τα σώματά μας το θελήσουν,
σαν ο νούς το χωρέσει
πλάθεται στο ανάμεσά τους ο κόσμος ολόκληρος. 

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

έγραψαν την ιστορία μου όπως ήθελαν αυτοί


έγραψαν την ιστορία μου όπως ήθελαν αυτοί, μα εγώ ούτε από μαρξ κάτεχα, ούτε τον λένιν ξεφύλλισα ποτέ, 'ξόβεργες έστηνα στους αμμόλοφους και περίμενα νάρθουν τα πουλιά, μα πιο πολύ νάρθει εκείνο που με μάγευε το πέταγμά του. και τις ώρες που το καρτερούσα κρυμμένος πίσω από το αρμυρίκι αγνάντευα την πατρίδα μου απέναντι, το νησί μου, που η πείνα το ορφάνευε κι έφθασα εδώ αποδιωγμένος εννιά χρονών παιδί, παραγυιός να γίνω και να μαζεύω σφαλίγκια και αγριαγκινάρες να τα βράζω και να πουλώ στους πελάτες των καφενείων το βράδυ, μεζέ για το κρασί τους κι έτσι έμαθα την πείνα τρώγοντας λίγο ψωμί, κι έτσι έμαθα το δίκηο αντέχοντας την αδικία, κι έτσι έμαθα τα ταξίδια αγναντεύοντας τη θάλασσα.

έγραψαν την ιστορία μου όπως ήθελαν αυτοί, μα εγώ με τα ξωτικά και τις νεράϊδες μιλούσα τις νύχτες και τις μέρες σκάλιζα με το κοντύλι πάνω στην πλάκα αριθμούς και γράμματα και με ρωτούσαν τί κάνεις εκεί κι έμαθα τί είναι η χλεύη και τί η σιωπή, κι έμαθα τη μοναξιά κι έμαθα πως το μεγάλα ταξίδια τα κάνεις με τα όνειρά σου όπως εκείνο το πρωί που τα όνειρά μου έβγαλαν φωνή κι είχαν και πόδια και χέρια και αυτιά και μάτια-με βλέμματα καρφωμένα στον ουρανό- κι' ήσαν πολλά τα όνειρα κι είμασταν και 'μείς πολλοί μα ήλθε αυτός ο δυστυχής να σκοτώσει εμένα να μη γενοβολώ πια όνειρα ούτε να μαζεύω τα σφαλίγκια των αμμόλοφων, μόνο να τα κοιτώ όλα από ψηλά, να σας κοιτώ από ψηλά, πότε με θλίψη και πότε με λαμπροσύνη.

έγραψαν την ιστορία μου όπως ήθελαν αυτοί καλέ μου φίλε και στο μαρτυρώ αφήνοντάς σου τούτο το γράμμα σκαλισμένο με το κοντύλι, ευχαριστώντας σε για το αναμμένο κερί, το δροσερό νερό και το σκονισμένο τριαντάφυλλο που στόλιζαν την πόρτα σου τη νύχτα των ρουσαλιών.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

είδα Τον Άνθρωπο

είδα τον άνθρωπο να σπαρταρά από τον τρόμο του θανάτου και κοίταξα τον ουρανό και ξανά τη γή των λίγων τετραγωνικών που ανήκουν στον καθένα κι είδα Τον Άνθρωπο να καλοπιάνει τον τρόμου του να του χαϊδεύει το ματωμένο πρόσωπο, να τον σφιχταγκαλιάζει στα γόνατα, μπας και λακίσει ο τρόμος και ο σπασμός και κοίταξα ξανά στον ουρανό, ανάμεσα στις φυλλωσιές των δέντρων που έδειχναν το δρόμο μας και έκρυβαν από τα μάτια του θεού τα σκιώδη και ξανά πίσω, ώσπου Τον άκουσα να μου λέει φέρε χαρτομάντηλα και εγώ δεν είχα χαρτομάντηλα κι έτρεξα δίπλα στο μαγαζί και έφερα χαρτοπετσέτες πολλές να σταματήσουν το αίμα και τα σωθικά του νού που ξεχύνονταν στις κρύες και βρωμερές πλάκες του πεζόδρομου, ίσως γιατί κατά πως ψιθύριζε ο καθείς μέσα του, εκεί ανήκαν, γέννημα μιας παγερής νύχτας και μιας βρώμικης ψυχής κι είδα ξανά Τον Άνθρωπο και ξανά και ξανά, τώρα Αυτόν κοιτούσα, να χάνει τη μάχη Του να πνίγεται στην απελπισιά Του κι εγώ Τον πλησίασα και Του είπα λόγια αλλόκοτα για τη στιγμή κι Αυτός δεν μ' ακουγε, μονάχα αναθεμάτιζε το ασθενοφόρο και σαν να το πήρε απόφαση σήκωσε το σώμα του άλλου, του μισητού, τόφερε πάνω στο πεζούλι και τώρα έβλεπαν όλοι πως νικιέται ο θάνατος σαν τον εχθρό σου πάρεις αγκαλιά την ώρα που αυτός ζητήσει και εκείνος θέλησε νεκροζώντανος μιαν αγκαλιά να γευθεί με τον τρόμο να σέρνει την πεθυμιά του τη στερνή, κι είδε τότε, πρόφτασε να δεί, πως η αγάπη είναι ο μόνος νικητής του θανάτου.
Αχ, χαμπίμπ

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

στο χωριό

εδώ είναι το κράτος μου
ψιθύρισε τ' αηδόνι



κι' η σπιθαμή ξυπνά τα όνειρα
ντύνει τις λέξεις πόθους.


μην καυχηθείς για με ποτέ
σε ξένα μάτια,
μα των παιδιών τη στέρηση
κοίτα να τη γητέψεις


έτσι μου είπες κι έκανα,
κι' αλλοιώτεψε η ψυχή τους


μα ας ήταν θέ μου μπορετό
να δεις και τη χαρά τους.

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

αφήνοντας ό,τι δεν είναι αγάπη



....Ο Γιαροσλάαβ τραγουδούσε τώρα ένα τραγούδι για την αγάπη και γώ ένοιωσα μέσα σ' αυτό το τραγούδι (μέσα στη γυάλινη καμπίνα αυτού του τραγουδιού) πού η λύπη δεν είναι εύκολη, το γέλιο δεν είναι ψεύτικο, η αγάπη δεν είναι γελοία και το μίσος δεν είναι δειλό, όπου οι άνθρωποι αγαπούν το σώμα και την ψυχή (ναί Λουτσία, το σώμα και την ψυχή συνάμα !), πού όταν μισούν σηκώνουν το μαχαίρι ή το σπαθί, στη χαρά χορεύουν και όταν απελπίζονται καταφεύγουν στις όχθες του Δούναβη, όπου η αγάπη είναι ακόμη αγάπη και ο πόνος πόνος, όπου οι λέξεις δεν είναι ακόμη ερημωμένες· και μου φάνηκε πώς μέσα σ' αυτό το τραγούδι βρίσκομαι στο σπίτι μου, πως ο κόσμος του είναι το αρχικό μου στίγμα, το σπίτι μου πού του έδειξα τόση δυσπιστία, αλλά είναι ακόμη περισσότερο το σπίτι μου (γιατί την πιο λυπηρή φωνή έχει το σπίτι πού μέσα του αδικήσαμε)· αλλά αμέσως σκέφτηκα πώς αυτό το σπίτι δεν είναι απ' αυτόν τον κόσμο (και τί σπίτι είναι λοιπόν αν δεν είναι απ' αυτόν τον κόσμο;) και πώς αυτό εδώ πού τραγουδάμε είναι μόνο ανάμνηση, ενθύμιο, μια εικονική διατήρηση κάποιου πού δεν υπάρχει και αισθάνθηκα τα θεμέλια αυτού του σπιτιού να τρέμουν κάτω από τα πόδια μου, πως πέφτω, πώς κρατώ το κλαρινέτο στο στόμα και πέφτω κάτω στο βάθος των χρόνων, στο βάθος των αιώνων, στο ανεξιχνίαστο βάθος (όπου η αγάπη είναι αγάπη και ο πόνος πόνος) και είπα με εκπληξη πώς το μοναδικό μου σπίτι είναι ακριβώς αυτό το πέσιμο, αυτή η σπάνια και απέραντη πτώση και αφέθηκα έτσι μέσα σ' αυτόν τον γλυκό ίλιγγο....
Μίλαν Κούντερα, Το Αστείο 1967, μτφ Ανδρέα Τσάκαλη, εκδ. Κάλβος 1981.
η φωτογραφία από http://hroseis-apohroseis.blogspot.gr

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Η δική μου ανάσταση

Πάσχα μακρυά από το χωριό του μπαμπά και της μαμάς...

 (παρακαλώ !
 όχι κακές σκέψεις για το κοπάδι μου μέρες πούναι...)

 πώς είπατε ; τη γλυτώσαμε και φέτος ;

Λαμπρή: φρέσκια σαλάτα από το πάρκο

 μα αλλού σαν είμουν τον Σολωμό θα μνημόνευα


"όποιος πεθαόνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει"
Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά δεν απερνούσε
του ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο το αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί μεγάλοι ετοιμαστείτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε,
ανοίξτε αγκαλιές ειρηνοφόρες,
ομπροστά στους αγίους και φιληθείτε
φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
πέστε «Χριστός Ανέστη» εχθροί και φίλοι
.

Διονύσιος Σολωμός
και του χρόνου...
εκεί που ποθεί ο καθένας μας.