Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

δεν φτάνει...

ως εδώ που φτάσαμε, πίνοντας λιμνασμένο νερό, σκύβοντας στα βράχια για λίγο ίσκιο, καρτερώντας πότε το φεγγάρι και πότε τον ήλιο, πότε το θέρος και πότε το χειμώνα που ολοένα έταζε την άνοιξη, σιγοτραγουδώντας μοιρολόγια πως χάθηκαν άδικα οι δρόμοι μας, πως ρήμαξαν οι κήποι και τα πουλιά μακρυά φτερούγισαν, δίνοντας τόπο στη σιωπή, πως η σιωπή γέννησε φαντάσματα, που, όταν δεν μας νανούριζαν, γίνονταν εφιάλτες σε λήθαργους που λατρέψαμε στα χρόνια, που, χωρίς ανάσα, μεσουρανούσε η λαχτάρα για έρωτα για νάβρει στο δρόμο της σβησμένα άστρα και να λατρέψει τη σκόνη τους, την ύλη που ρούφαγε τα σωθικά τους, κύκλος αέναος μέχρι την πρώτη ύλη, χώμα και νερό, οστέα τεταπεινωμένα, κι' αυτά για λίγα χρόνια, για να θαρρούν οι επίγονοι πως κάτι έμεινε, πως κάτι κέρδισαν χωρίς διαθήκες και φόρο κληρονομιάς, έτσι το φανταζόμασταν χωρίς να παραδεχτούμε πως δεν είμασταν παρά η έκλαμψη μιας στιγμής, πως όλη η πίκρα ένα γινάτι του χρόνου που ζήταγε εκδίκηση για τα χαλασμένα μας ρολόγια και το ασύγχρονο του κάλλους μας, εύρημα ανερμήνευτο για μελετητές που η καλωσύνη τους έπεισε ν' ασχοληθούν για μια στιγμή με το ασήμαντο της ύπαρξής μας.

κρατήθηκα στο άνθος της μυγδαλιάς
όρθιο για να μείνω

έχεις δίκηο! δεν φτάνει που είμαστε μαζί σε κάποιον παράδεισο ή σε κάποια γωνιά της κόλασης. φτάνει που δεν είμασταν μαζί στη γή, που τα κλάσματα της στιγμής μας σπαταλήθηκαν σε διαδρομές ανάμεσα σε δυό πόλεις, που δεν συγχωνεύθηκαν τα χρέη μας σε μια νομή-καύσιμο των διαδρομών μας.