Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Πρωτοχρονιές σε καιρούς δοκιμασίας

Κομμάτια ζωής, μνήμες γεγονότων, αισθημάτων, στιγμών, τόπων και προσώπων αγαπημένων.

Τις χρονιάρες μέρες καταφθάνει η παιδική μου ηλικία. Κομμάτια ζωής με τα οποία κάθε παιδική καθημερινότητα δίνει διαστάσεις στον κόσμο των μύθων και των παραμυθιών. Γιατί μπορούσαμε να χτίζουμε πύργους με τα υλικά που υπόσχονταν οι χρόνοι που μας περίμεναν καρτερικά, μαθαίνοντας την τέχνη του πυργοποιού από τα παραμύθια.

Κοντοζυγώνοντας το χρόνο, τον τόπο, τα ονόματα - έννοιες που γίνονται οι ήρωες της νύν αφήγησης - ιχνογραφώ το είναι μου με τα υλικά που όλα τα χρόνια μου αποκόμισα. Παραπλανώ την ακόρεστη λήθη που δηώνει κάθε πρωϊ τα όνειρά μας. Όπως όλοι έτσι κι' εγώ ελπίζω πως κάποιος άλλος στο τέλος αυτής της διαδρομής θα καθαρογράψει το είναι μου.

Κάθε αναδρομή είναι Νόστος, άλλοτε γόνιμος και άλλοτε απροετοίμαστος για καινούργια ταξίδια. Πότε μπροστά ο νόστος και πότε η αφήγηση τραβάνε τον ίδιο δρόμο, αποφεύγουν τα μονοπάτια της λήθης, καλούν τον κυρ Χρόνο σε μια γιορτή, γιορτή ζωής και θανάτου μαζί, γενναιότητας και δέους. Γιατί, ό,τι χρειάζεται η ζωή το χρειάζεται και ο θάνατος.

*****

Κάθε (άλλη) γιορτή ήταν μια βίαιη εισβολή της μεταμφιεσμένης καθημερινότητας στην ανέχεια του χρόνου μου, τί κι αν τη συνόδευαν μύριες ευχές. Ευχές χιλιοειπωμένες, χωρίς την εσωτερική δόνηση που θα διέγειρε τις χορδές της δικής μου ψυχής να ανταποδώσει. Αλλά και να βρεί ένα στέρεο πάτημα για να σταθεί όρθια.

Ανέχεια: μια φορά στα δυό χρόνια ένα ζευγάρι παπούτσια, ή μια επίσκεψη στο ράφτη. Με περισσή σοφία το κάθε ξόδεμα, η κάθε δεκάρα του οικογενειακού κουμπαρά ζυγιαζόταν επιμελώς με το αντίβαρό της.

Θυμάμαι: Ψωμί η φρατζόλα δυό δεκάρες, λάδι και φέτα το κιλό δύο δραχμές, τσιγάρα (χύμα) το πέντε μια δεκάρα. Κάναμε αμάν εμείς τα παιδιά να δούμε πακέτο στα χέρια του καπνιστή της οικογένειας. Εκτός από ένα ξωτικό αντικείμενο ήταν και ένα στολίδι για το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Θυμάμαι: το μεροκάματο στο σκάψιμο οκτώ δραχμές, το μάζεμα της γλυκόριζας* δώδεκα. Με ένα μεροκάματο στη γλυκόριζα είχες τα βασικά για μια βδομάδα. Φτάνει να το εύρισκες, φτάνει να μην έβρεχε τη μέρα εκείνη, φτάνει να μπορούσες να πατήσης στο χωράφι ή τη σταφίδα. Και σαν το εύρισκες ήτανε ευλογία. Για τον πατέρα που έκανε τυφλή υπακοή στους νόμους της φύσης ήταν πιο δύσκολο. Δεν χάλευε* τη γή αν ήταν λασπωμένη.

Ο δάσκαλός μου είχε κτήματα. Στη σταφίδα του ο πατέρας έκανε αρκετά μεροκάματα. Όταν ανακάλυψαν ότι ήταν ομοϊδεάτες δεν άργησε να γίνουν και φίλοι. Η φιλία αυτή κράτησε ζωντανή την οικογένειά μας και βοήθησε στο να ναυαγήσει η τρίτη απόπειρα μετανάστευσής μου στην Αμερική όπου μια άτεκνη θεία ήθελε να φιλοξενήσει εμένα και τον συνομήλικο αδελφό μου. Να φάμε ένα κομμάτι ψωμί όπως μας έγραφε. Δός τα μου μωρή Αλέξω τα παιδιά, κρίμα από το θεό είναι να μουλιάζουν στα χωράφια.

Ποτέ δεν μας περίσσευε δεκάρα. Γιατί τόχαμε να δίνουμε, να λυμπιζόμαστε τους άλλους όπως έλεγε η μάνα. Και τότε όπως και σήμερα κρατούσε το όπου φτωχός και η μοίρα του. Μεροδούλι-μεροφάϊ. Φτάνει να μην αρρώσταινες, να μη χρώσταγες στην Αγροτική τράπεζα, να μην είχες να πληρώσεις την εγγραφή στο σχολείο, τα βιβλία και τα συναφή. ΔΕΚΟ δεν υπήρχαν τότε, ούτε εφορίες. Τον πολύ μόχθο τον έπαιρναν κατευθείαν και με τον βούρδουλα οι τοκογλύφοι, οι γεωπόνοι, οι τράπεζες, οι έμποροι της σταφίδας, του σιταριού, του καρπουζιού, της ντομάτας.

Θυμάμαι: Τα κάλαντα ήταν μια καλή πρόσοδος για την οικογένεια. Σαν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα οι προβλέψεις για έσοδα καταγράφονταν στον οικογενειακό προϋπολογισμό με κάθε λεπτομέρεια. Τόσα στα Χριστούγεννα, τόσα στην Πρωτοχρονιά, τόσα στα Φώτα.

Φτιάχναμε και δέντρο. Πότε ένα κλαδί κουκουναριάς, πότε κανένα κορφοκυπάρισο, πότε ένα κλαδί ροδιάς με τα εναπομείναντα ρόδια του. Τα φκιασίδια του ταπεινά: κομμάτια από σπασμένες φούσκες (μπαλόνια), χαρτάκια από καραμέλες, λυμούρια από τις γράνες του χωριού, κουκουνάρι από το πεύκο, βαμμένα με ασβέστη. Το καντήλι που το φώτιζε τις νύχτες και τις σκοτεινές ημέρες, ζέσταινε τα κλωνάρια του, μοσχοβολούσε το δωμάτιο από το ρετσίνι. Στα μετέπειτα χρόνια μπορούσε να έχει και "πρωτευουσιάνικα" στολίδια: μπαλίτσες, αστέρι από χρυσόχαρτο, ψεύτικο χιόνι, κορδέλες χρυσές και ασημένιες. Τα λαμπάκια δεν τα αξιώθηκε ποτέ. Το ηλεκτρικό μπήκε αργά στη ζωή μας.

Η σοδειά από κάθε εξόρμηση για κάλαντα ήταν από δύο έως τρία μεροκάματα γλυκόριζας. Των Φώτων δεν έβγαινε ούτε ένα μεροκάματο. Στόχος και προορισμός η μεγάλη γειτονική πόλη που απείχε από το χωριό μιάμιση ώρα γοργοποδαρόδρομο. Ξυπνούσαμε στις 4 τα χαράματα. Το περπάτημα ως την πόλη δεν χαμπάριαζε από βροχή, παγωνιά και νύχτα. Κοντά στις έξι φτάναμε στα πρώτα σπίτια. Δεν είχαμε φόβο μπας και ξυπνήσουμε τους νοικοκυραίους, ντροπή είχαμε αντικρύζοντας τα παιδιά των "καλών σπιτιών" καθισμένα γύρω από το τραπέζι να απολαμβάνουν τη θαλπωρή του πλούτου τους. Άλλοι μας έδιναν μια δεκάρα, άλλοι ένα πενηνταράκι και λίγοι μία δραχμή. Από το πενηνταράκι (μισή δραχμή) και πάνω θεωρούνταν καλό μαχτσίσι. Κοντά στις 8 ώρα πιάναμε τα μαγαζιά. Εκεί συναντούσαμε των εμπόρων την καταφρόνια. Ήταν η εποχή που η αναλγησία των εμπόρων μπορούσε να αποτελεί πιστοποιητικό αξιοσύνης.

Τελευταία φορά που είπα τα κάλαντα ήμουν πια μεγάλο παιδί. Σε ένα χρόνο θα ήμουν ώριμος εργάτης για τα χωράφια. Ήταν παραμονή Φώτων, πάνω ο ουρανός φεγγαρόλαμπρος, κάτω η γή κάτασπρη από τον πάγο. Στα μισά του δρόμου, πετάγεται στο δρόμο μας η φιγούρα ενός άγνωστου άνδρα με μια γκλίτσα στο χέρι κι' ένα σκυλί στο κατόπι του. Πού πάτε ρε λεβεντόπαιδα, οι κυράδες δεν δίνουν μουνί…. δεπάλια δεκείλια* θα βρείτε καμμία αλλά θάναι ψόφια… πάμε για τα κάλαντα του αποκρινόμαστε. Δεν θα πάρετε δεκάρα, γυρίστε πίσω… και όντως η σοδειά ήταν δεν ήταν 5 δεκάρες.

Στο σπίτι με ανυπομονησία περίμεναν κάθε φορά τα καζάντια* μας. Αν η σοδειά ήταν κάτω από δέκα πέντε δραχμές ζητούνταν περισσότερες εξηγήσεις. Πώς, γιατί, γιατί και πώς… Αν ήταν πάλι πάνω από τις είκοσι πέντε τα πρόσωπα έλαμπαν από ανακούφιση. Με τις είκοσι πέντε και πάνω τις βγάζαμε τις γιορτές. Αυτά δεν ήταν τα μόνα μεροκάματα που φέρναμε στο σπίτι τα δύο μεγάλα παιδιά. Τις πρωτομαγιές ήταν τα στεφάνια με τις μαγιοπούλες που πουλούσαμε στους οδηγούς, αρχές Ιούνη οι βραστές αγριαγκινάρες και τα σφαλίγκια* που στους θαμώνες των καπηλιών, τα βερύκοκα. Από τα  στεφάνια βγάζαμε τα έξοδα του ραντίσματος της σταφίδας, από τα σφαλίγκια και τις αγριαγκινάρες το λίπασμα, από τα βερύκοκα αγοράζαμε τα καλοκαιρινά μας ρούχα. Παπούτσια δεν χρειαζόμασταν τα καλοκαίρια. Δεν λογαριάζονταν τα μεροκάματα στα δικά μας κτήματα. Αυτά σαν είμασταν μικρά. γιατί από δώδεκα χρονών πέσαμε και εμείς στο ξενοδούλι, κυρίως στο μάζεμα της ντομάτας, στον τρύγο, στις ελιές. Μόλις είχε έλθει το εργοστάσιο ντομάτας και ήταν περιζήτητα ακόμη και τα παιδικά χέρια. Αλλά και τα μεροκάματα ανέβηκαν.

Ξημερώματα της παραμονής της κάθε πρωτοχρονιάς γύριζε ο πατέρας από το κυνήγι. Από βραδύς της προηγούμενης μαζί με τον Σκούτζο και την Σπίθα πήγαιναν στα βαρκά χωράφια για χαμοκέλες*. Με μια κουδούνα ξεγέλαγαν τα πουλιά που κοιμόνταν κατά γής, με μια λάμπα ασετυλίνης τα τύφλωναν και τάπιαναν ζωντανά. Ιχνηλάτης η Σπίθα η σκυλίτσα μας, εκτελεστής ο Σκούτζος ο μεγάλος ανηψιός του πατέρα. Τα λαιμόπνιγε επί τόπου και τάριχνε στο τράστο*. Γύριζαν τα ξημερώματα με ένα τράστο ο καθένας στον ώμο. Ο πατέρας κρατούσε πέντε-έξι πουλιά και τα υπόλοιπα τα φίλευε στα πιο φτωχά σπίτια. Η μητέρα τα ζεμάταγε και τα ξεπουπούλιαζε και ανήμερα τα τηγάνιζε. Έλεγαν πως ήταν γευστικό το κρέας τους, ο καλύτερος μεζές για το κρασί. Η θέα των νεκρών πουλιών μου ήταν αποκρουστική και μ' έμαθε να μην τρώω κρέας αλλά και να μισώ τους κυνηγούς. Υπήρχε ένα κενό γνώσεων μέσα μου, αρνιόμουν όμως να κατανοήσω την ανάγκη των ανθρώπων να σκοτώνουν. Το ίδιο συμβαίνει ακόμη και σήμερα με ένα σωρό άλλες καταστάσεις και πράγματα. Μια δύναμη ή αδυναμία χαλυβδώνει την άρνησή μου να τις κατανοήσω.

Το βράδυ, παραμονή πρωτοχρονιάς, ο πατέρας έβγαινε στο καφενείο να παίξει χαρτιά. Ήταν το έθιμο, δεν μπορούσες να μην πάς θάσουν το σουργούνι* του χωριού. Οι υπόλοιποι έως αργά το βράδυ περιμέναμε τα χαμπάρια. Γύριζε κατά τις δέκα πάντα χαρούμενος και πάντα κερδισμένος. Πότε ένα τάληρο, πότε ένα δεκάρικο και μια φορά ήλθε με είκοσι δραχμές. Ήταν η πρωτοχρονιά που κι εμείς είχαμε πάει καλά στα κάλαντα. Χρόνια μετά κατάλαβα πως ο πατέρας πάντα κερδισμένος θα ερχόταν και η σοδειά του δεν θάταν ποτέ μεγαλύτερη από τη δική μας. Υπήρχε πολλή λύπη γύρω μας, δεν θα σκορπούσε περισσότερη.

Τις 20 δραχμές όμως πρέπει να τις είχε κερδίσει. Έδοσε σ' εμάς τα τέσσερα από ένα δίφραγκο, στη μάνα ένα δεκάρικο και κράτησε και αυτός ένα δίφραγκο για τα κεράσματα στο καφενείο. Της μάνας το ισοζύγιο προέβλεπε ένα δίφραγκο για την βαφτισιμιά της, έξι δραχμές για τα ψώνια του σπιτιού και δύο για ένα κερί στην εκκλησία.

Ανήμερα την πρωτοχρονιά η μητέρα σηκωνόταν από τα χαράματα. Είχε να τοιμάσει το ζυμάρι για τις τηγανίτες* και τους λουκουμάδες, να καθαρίσει τις χαμοκέλες, να τοιμαστεί για την εκκλησία. Και σαν σχολνούσε ο παπάς έτρεχε στο σπίτι να βάλει τη φωτιά (κουζίνες δεν υπήρχαν) για να ψηθούν οι λιχουδιές. Ο πατέρας έπινε εθιμοτυπικά τον καφέ του στο καφενείο, όπου κερδισμένοι και χαμένοι της προηγούμενης βραδιάς έλεγαν τις ιστορίες τους πόσα κέρδισαν, ποιός έχασε, ποιός κέρδισε τα πιο πολλά.. Εμείς στις αχορτάριαστε αυλές παίζαμε στριφτό, το κορώνα γράμματα. Τα πιο "ξεπεταγμένα" είχαν δική τους τράπουλα και έπαιζαν 31 και ξερή. Αν τύχαινε να βρέχει, το παιγνίδι γινόταν στο σπίτι. Σβούρα, πάρτα όλα-βάλτε όλοι… Και όσοι δεν είχαμε σβούρα παίζαμε με το ασίκι*.

Μετά σπίτι, με τα μούτρα στις λιχουδιές της χαμογελαστής κυράς του σπιτιού. Μας έβλεπε και τα μάτια της έλαμπαν από την ευτυχία της επιδοκιμασίας. Σαν τελειώναμε σηκωνόταν να τοιμάσει το μεσημεριανό. Ελάτε μην τρώτε άλλα, δεν θα μπορέσετε να φάτε το φαί σας. Το φαγητό του μεσημεριού ήταν ένα από τα κοκόρια του κοτετσιού. Με πάστα και χοντρό μακαρόνι. Έτρωγα μόνο τα μακαρόνια και το μπούτι τόρριχνα κρυφά κάτω από το τραπέζι όπου καρτερούσε υπομονετικά η ψιψίνα του σπιτιού. Κι εκείνη φρόντιζε να μην με εκθέσει…

Το απόγευμα άρχιζαν οι επισκέψεις σε σπίτια όπου γιόρταζε ο νοικοκύρης. Στη γειτονιά είχαμε δύο Βασίληδες. Ούτε τις νοικοκυρές ούτε τα παιδιά τα γιόρταζαν τότε. Το γλυκό ήταν κουραμπιές, ή παντεσπάνι, ή μπακλαβάς, ή καρυδόπιτα (η δική μας λόγω της καρυδιάς μας σπεσιαλιτέ). Όλα φτιαγμένα από τις νοικοκυρές, πολλά φουρνισμένα στον δικό μας φούρνο, με το αζημίωτο βέβαια. Αν και το χωριό είχε δύο επαγγελματικούς φούρνους, καμμιά νοικοκυρά δεν τους προτιμούσε. Από τις παραμονές των Χριστουγέννων έως και του Αη Γιάννη ο φούρνος μας έκαιγε συνεχώς. Πενήντα δεμάτια κληματόβεργες φυλάσσονταν όλο το χρόνο για την περίσταση αυτή. Και έπρεπε να καούν αλλοιώς σε λίγο καιρό θα σάπιζαν. Πλησίαζε και ο μήνας του κλαδέματος.

Οι επισκέψεις ήταν απρόσκλητες. Κρατούνταν όμως από τις οικοδέσποινες ένα κρυφό ημερολόγιο που σε κάθε γιορτή η κάθε μια το "ξεφύλλιζε" και "ανταπέδιδε" την πρόσκληση. Όχι, δωράκια και τέτοια για τον εορτάζοντα δεν υπήρχαν. Για τον δικό μας εορτάζοντα γινόταν κοσμοσυρροή. Συγγενείς, κουμπάροι, γείτονες, φίλοι, αλλά και μετανάστες της εποχής. Ήταν άνθρωποι από άλλα-κυρίως φτωχικά και άγονα- μέρη της χώρας που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή σε αναζήτηση ενός μεροκάματου. Γι' αυτούς και οι δύο γονείς μου είχαν τη μεγαλύτερη συμπάθεια. Η μάνα γιατί πολλοί ήταν κοντοχωριανοί της (από την Γορτυνία) και ο πατέρας γιατί οι περισσότεροι ήταν από το νησί απέναντι απ' όπου για ένα φεγγάρι πέρασαν οιονεί πρόσφυγες οι πρόγονοί του. Αυτή την εξήγηση έδινα, αν και οι πιο γενναιόδωρα ωφελούμενοι ήταν ένα ζευγάρι με πέντε παιδιά τους από την Κέρκυρα.

Την επομένη ανοίγαμε κάνα σχολικό βιβλίο, κάναμε την αντιγραφή, γράφαμε την έκθεση. Μα κυρίως μαθαίναμε στα δυό μικρά την αλφαβήτα. Εκείνα ανυπόταχτα σε κάθε διαδικασία μάθησης αντιστέκονταν. Υπήρχε το προνόμιο σε μας τα μεγαλύτερα του σκαμπιλιού*. Όμως όλα λύνονταν με την υπόσχεση του παιγνιδιού. Τελικά στον στίβο της μάθησης δεν μας ακολούθησαν ποτέ (δάσκαλε που δίδασκες…).

Πρωτοχρονιές σε καιρούς δοκιμασίας. Κάθε γιορτή δοκίμαζε τις αντοχές μου, εικόνιζε τη δίψα για την κάθε χαρά κι ας ήταν η πιο ταπεινή. Μέσα μου σπινθίριζε η υπόσχεση για ταξίδια μακρινά. Λίπασμα για το ξεφάντωμα της ψυχής το πρώτο μου λογοτεχνικό βιβλίο. Ήταν τα "Λόγια της πλώρης και άλλα διηγήματα" του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Μια γειτόνισα πολλά χρόνια μεγαλύτερή μου ήλθε για τις γιορτές στο χωριό. Μας επισκέφθηκε και το δώρο της ήταν τα "Λόγια της πλώρης", εκδόσεις Εστία. Ήταν από τα μέρη μας ο συγγραφέας, ήταν γιατρός ψέλλισε το κορίτσι σαν είδε το σάστισμα των γονιών μου. Χάθηκε να σας φέρει ένα ζευγάρι σκάλτσες* ήταν η ατάκα της μάνας σαν το κορίτσι έφυγε. Πέταξε τα λεφτά για ένα βιβλίο, τί θα σας χρειαστεί; συμπλήρωσε. Εμείς κάναμε χαρά όχι για το βιβλίο αλλά για το πολύχρωμο χαρτί και την κορδέλα που ήταν τυλιγμένο. Υλικά για να παραστολίσουμε το φτωχικό μας δέντρο.

Τ' απόγευμα άνοιξα το δώρο μου. Πρώτο διήγημα το Θείον Όραμα, η πρώτη φράση μαγνήτης. Δε λέτε, ρε παιδιά, και τίποτα να ζεσταθούμε; Το ρούφηξα μονομιάς. Έννοιωσα να ταξιδεύω σε μέρη που δεν είχα μέχρι τότε λογισθεί. Δεν συνέχισα τη μέρα κείνη και τις επόμενες το διάβασμα. Ήταν πια καλοκαίρι που το ξανάπιασα και έπεσα πάνω στη Μάνα. …….

Το βιβλίο τούτο ήταν η αρχή, θα έρχονταν και άλλα πολλά και η ζωή μου γίνηκε αειφυγία, ο νούς δεν στέριωσε σε έναν τόπο, δεν αγκιστρώθηκε στην κλίμακα του χρόνου.

Χρόνια μετά ακολούθησαν άλλες πρωτοχρονιές λιγώτερο φτωχές μα πιο ρημαγμένες. Ξεσπιτώθηκαν οι ψυχές μας και ο καθείς ένας Δον Κιχώτης πορευόταν με τη δική του μάσκα. Γινόταν πια αδιάφορο αν είχε χαθεί οριστικά εκείνο που έδινε νόημα και γεύση αρκετή για να προεικονίσει μιαν άλλη βιοτή. Καμμία μνήμη για τη γλυκιά προσμονή της φτηνής καραμέλας, του μπαλονιού, το φτιάξιμο του χαρταετού. Και μαζί χάθηκε η θέωση της κάθε ύπαρξης γύρω μας. Στριφογυρίζει μέσα μου η έλλειψή της σαν θυμάμαι τους στίχους του ποιητή… μια λεία με την οποία ταϊζομαι πότε-πότε.

Εσείς που θα βγείτε από τον κατακλυσμό που έπνιξεν εμάς,
Θυμηθείτε σαν θα μιλάτε για τις δικές μας ασυναμίες
και τα σκοτεινά τα χρόνια που εσείς γλυτώσατε….

Λεξάρι
Γλυκόριζα: Θαμνώδες αυτοφυές σε βαρειά εδάφη. Ρίζωνε βαθειά στο χώμα και πολλαπλασιαζόταν από τα ριζίδια του. Για να φτάσουμε στη ρίζα του απαιτείται σκάψιμο βάθους 20 πόντων και πάνω. Πολύτιμο για τη ρίζα του από την οποία εργοστάσιο της περιοχής παρήγαγε τη ζάχαρη. Στις μέρες μας αξιόλογες οι βοτανικές της ιδιότητες.
Χάλευε: πείραζε
Δεπάλια-δεκείλια: εδώ κι εκεί
Καζάντια: κατορθώματα
Σφαλίγκια: μικρά σαλιγκαράκια που εμφανίζονταν τον Ιούνιο στους αμμόλοφους, προσκολημένα σε κλαριά αγριομέντας ή κυπελισού (αγκαθωτό θαμνώδες).
Χαμοκέλα: πτηνό στο μέγεθος του τρυγωνιού που ενδημούσε τον χειμώνα σε βαλτώδη κυρίως χωράφια. Αποτελούσε περιζήτητο θήραμα για τους κυνηγούς, ισάξιο του τρυγωνιού. Ψηνόταν στο τηγάνι, εκλεκτός μεζές για το κρασί. Εδώ και χρόνια το είδος έχει εξαφανισθεί, κυρίως από την υπερκαλλιέργεια και τα φυτοφάρμακα. Το περίεργο είναι ότι στο διαδίκτυο η λέξη δεν αναφέρεται στα πουλιά αυτά αλλά στα χαμόσπιτα της επαρχίας. Παρόλες τις αναζητήσεις μου μία μόνο αναφορά αφορούσε αυτά τα δύσμοιρα πουλιά. Είναι από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Πάτρας Νίκο Σαμπάνη. Δείτε την αφήγησή του εδώ (http://aristeriantepithesi.blogspot.gr/2014/05/blog-post_1117.html).
Τράστο: σακίδιο (ταγάρι) των αγροτών με το οποίο μετέφεραν τα αναγκαία για την τροφή τους εφόδια. Χρησιμοποιούνταν και για να μεταφέρουν κάθε λογής απόκτημα.
Σουργούνι: σούργελο.
Τηγανίτα: ζύμη τηγανιστή. Τρώγονταν βουτηγμένη στο πετιμέζι (μούστος από σταφύλια) ή πασπαλισμένη με ζάχαρη.
Ασίκι: κόκκαλο του αρνιού σε ορθογόνιο παραλληλόγραμμο σχήμα που μπορούσαν οι έξι πλευρές του να χρησιμοποιηθούν σαν ζάρι. Καμμιά σχέση με τη λέξη Ασήκης που σημαίνει ερωτευμένο παληκάρι.
Σκαμπίλι: χαστούκι
Σκάλτσες: κάλτσες