Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

είμαι ένας "εγκληματίας" (χωρίς κουκούλα)


...έχοντας παραβεί τα άρθρα 1, 14, 26s1, 27, 45, 51, 53, 57, 61, 63, 79, 98 και 372s1 του Ποινικού Κώδικα. Δεν γνωρίζω επακριβώς το έγκλημα που περιγράφει το κάθε άρθρο, αλλά μετά βεβαιότητος γνωρίζω πως:
-έχω συστήσει εγκληματική οργάνωση (όπως προβλέπει η §1 του άρθρου 187 όπως αυτό τροποποιήθηκε το 2001.
-ενήργησα με δόλο για την προσπόριση ιδίου οφέλους.
-τέλεσα κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία το έγκλημα, ιδιοποιούμενος παρανόμως αγαθά τρίτων.

Ομολογώ πως όλα αυτά συνέβησαν και συμβαίνουν κατ' εξακολούθηση. Επομένως κυρία Χολέβα μπορείτε να διατάξετε τη σύλληψή μου και την προσαγωγή μου ενώπιόν σας. και φυσικά αναμένω την παραδειγματική τιμωρία μου.

Ο εγκληματικός μου βίος, διάδοχο σχήμα ενός πρότερον εντίμου βίου, ήρξατο ακμάζων εν έτει 2011 ότε και εσκέφθην -δολίως- να προβώ σε επανασυνδέσεις ρεύματος ομού μετ' εμού σε άτομα που ηρνούντο -καθώς ισχυρίζοντο δεν ηδύναντο-να πληρώσουν το επονομαζόμενο χαράτσι και ως εκ τούτου η ΔΕΗ -που οφείλει να με διώξει κατ' έκληση- τους διέκοπτε την παροχή ρεύματος.

Δηλώνω ότι παραμένω αμετανόητος για τις πράξεις μου αυτές και αποποιούμαι την όποια επιείκια του δικαστηρίου σας.

μετά της προσηκούσης τιμής 
Ο Όνος

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Επετειακό

τιμώντας τη μνήμη με άλλα λόγια

του vang
από τη συλλογή διηγημάτων Χάρτινα Ποδήλατα
εκδόσεις των συναδέλφων

Ο γιατρός ανατρίχιασε όταν άκουσε το ανακοινωθέν στο ραδιόφωνο…
"Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους"
Πόλεμος ! …. Πάλι !

Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από το '22. όταν εικοσάχρονο παιδί ακόμα έφυγε από τη Σμύρνη κυριολεκτικά μόνο με τα ρούχα που φορούσε. Ήταν απ' τους τυχερούς…
Όλα αυτά τα χρόνια κατάφερε να σπουδάσει δουλεύοντας σε δουλειά γραφείου, αφού ήταν μορφωμένος. Πήρε το πτυχίο του στην Αθήνα, πήρε και υποτροφία και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Εκεί γνώρισε συναδέλφους Έλληνες πρόσφυγες, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τη μικρή αδελφή του συγχωριανού του και φίλου του…

Σήμερα, τον Οκτώβριο του '40, μπορούσε πια να θεωρηθεί νοικοκύρης…Εϊχε το γιατρείο του, πού αλλού, στη Νέα Ιωνία, είχε την πελατεία του, το πρωί άνθρωποι του μεροκάματου που άφηναν ό,τι είχαν…, αν είχαν. Αλλά και όλοι οι πρόσφυγες που έφτιαξαν τον πυρήνα της εμπορικής και βιομηχανικής ζωής της Ελλάδας, πελάτες και μακρινοί συγγενείς ήταν, και έβγαινε το μεροκάματο.

Είχε το αμαξάκι του για να πηγαίνει στις επισκέψεις. Είχε το σπιτάκι του στην Κυψέλη, ένα κοριτσάκι που μόλις έκλεισε τα τέσσερα και τη γυναίκα του έγκυο στο δεύτερο. Είχε όλα τα αγαθά του Θεού.

Και τότε… πόλεμος…
Είχε ζήσει τον πόλεμο. Οι εικόνες και η φρίκη του ζωντάνεψαν ξαφνικά. Είχε ήδη πατήσει τα 40. Δεν ήταν και μικρός, θα μπορούσε να μην πάει… Ένας πόλεμος φτάνει στη ζωή κάθε ανθρώπου. Έχει και οικογένεια τώρα να προσέχει. Δύσκολες μέρες…

Έλα όμως που είχε δώσει τον όρκο… Το τιμούσε ο γιατρός τον όρκο του… τον είχε και κρεμασμένο σε κάδρο στο γιατρείο του να τον βλέπει κάθε μέρα. "Ο ΟΡΚΟΣ ΤΟΥ ΙΠΠΟΚΡΑΤΗ", τυπωμένος σε ένα χαρτόνι που έμοιαζε με περγαμηνή, μέσα σε μια ξύλινη φθηνή κορνίζα με τζάμι μπροστά.

Ποτέ δεν αισθάνθηκε ότι κάνει επάγγελμα. Υπηρέτης ένοιωθε των άλλων και λειτουργός της επιστήμης του. Δεν υπήρχε καν δίλημμα. Οι υπηρεσίες του ήταν απαραίτητες στους συμπατριώτες που έφευγαν μαζικά με τα τρένα για το μέτωπο. Και όχι μόνο σε αυτούς…

Κατατάχτηκε. Επίατρο τον έκαναν, του δώσανε και μια στολή αξιωματικού και του ανέθεσαν το Νοσοκομείο της Άρτας. Από 'κεί χρειάστηκε όχι λίγες φορές να πάει με τα νοσοκομειακά στην πρώτη γραμμή, να φροντίσει και να μεταφέρει τραυματίες στο νοσοκομείο. Αλλά και όταν ήταν στο νοσοκομείο χρειάστηκαν ατέλειωτες ώρες και ατέλειωτα ξενύχτια για να οργανώσει και να διδάξει και να εμπνεύσει τους εθελοντές και τις εθελόντριες νοσοκόμες.

Ατέλειωτα παλικάρια που ξεψυχάγανε και άλλα που τα σώνανε, ατέλειωτα πόδια που κόβονταν, αλλά και άλλα που με ξενύχτια μαζί με νοσοκόμες κατάφερναν να σώσουν. Για Έλληνες και για Ιταλούς το ίδιο. Ο Ιπποκράτης δεν τους αντιμετωπίζει διαφορετικά…

Δυο τρία γράμματα στο σπίτι, τόσα μόνο κατάφερε να στείλει μέσα στο απάνθρωπο πρόγραμμα της κάθε μέρας στη γυναίκα του…"Να προσέχεις το παιδί και τον εαυτό σου…Εγώ είμαι καλά. θα τα πούμε σύντομα".

Πέρασαν οι μήνες. Γιόρτασαν τις ανέλπιστες, ανεξήγητες νίκες της ελληνικής προέλασης στη Β. Ήπειρο, στείλανε κάμποσους τραυνατίες στα σπίτια τους. Ο Απρίλης ήρθε μαζί με τη γερμανική επίθεση στα οχυρά… Η αντίσταση γενναία, αλλά οι λιγοστοί μαχητές υποσκελίζονται. Μέσα στον Απρίλη φτάνει η εντολή…

Ο ελληνικός στρατός συνθηκολόγησε. Παραδώστε τη Διοίκησή σας… Διοίκηση, ποιά διοίκηση, νοσοκόμες και γιατροί και τραυματίες και αποθήκες με λιγοστά φάρμακα και τρόφιμα.
Δεν παραδίδω τίποτα, σκέφτεται. Όλα αυτά ανήκουν στους Έλληνες. Μαζεύει τους γιατρούς και τις νοσοκόμες. "Να μείνουν όσοι είναι από εδώ κοντά να προσέχουν τους τραυματίες που δεν κινούνται. Οι υπόλοιποι φύγετε, πάτε σπίτια σας, βοηθήστε και όσους τραυματίες μπορούν να κινηθούν να πάνε σπίτια τους και αυτοί."

Ανοίγει τις αποθήκες να πάρει ο κόσμος ό,τι χρειάζεται, φάρμακα, κουβέρτες. Έρχονται δύσκολες μέρες.

Ώρα να φεύγει και αυτός. Η οικογένεια στην Αθήνα τον χρειάζεται.
Γυρνάει το βλέμμα να δει τα λιγοστά του υπάρχοντα. Ένα μπαουλάκι της υπηρεσίας με λίγα ρούχα, δυο τρία βιβλία, μια δυο φωτογραφίες της οικογένειας και κάμποσα πιστόλια που παρέδιδαν διάφοροι τραυματίες Ιταλοί που μάζευε στο πεδίο της μάχης. Δεν ήθελε να αφήσει τα πιστόλια τους στους κατακτητές. Πως να τα κουβαλήσει όμως.

Σε μια γωνιά της αποθήκης υπήρχε ένα παλιό ψιλοσκουριασμένο ποδήλατο. Απ' αυτά με το διπλό σίδερο που είχαν μετέπειτα οι ταχυδρόμοι. Έλα όμως που δεν είχε μάθει ποτέ του να οδηγεί ποδήλατο. Στη Μικρά Ασία, όταν ήταν παιδί, ήταν σπάνια, και τα χρόνια της προσφυγιάς δεν του έδωσαν την ευκαιρία να μάθει. Αλλά το ποδήλατο κυλά και μπορεί να σηκώσει και φορτίο. Δένει λοιπόν το μπαουλάκι με τα υπάρχοντά του και τα πιστόλια των Ιταλών στη σκάρα και ξεκινά πεζός, κυλώντας το φορτωμένο ποδήλατο στο πελυρό του, για να φτάσει ύστερα από μιάμιση εβδομάδα πορείας στην οικογένειά του στην Αθήνα…
Και συνεχίζει να τιμά τον όρκο του όλη τη δύσκολη περίοδο της κατοχής…

******

Πολλά χρόνια μετά, παιδί του Δημοτικού, όταν άρχισα να μαθαίνω και για την ιστορία της πατρίδας μου και να διαβάζω τα κατορθώματα του '40, μού δημιουργήθηκε η απορία και ρώτησα:
"Εσύ παππόύ τί έκανες το '40;"
"Εγώ παιδί μου, ήμουνα και γιατρός. Έκανα απλώς τη δουλειά μου".

Ο παππούς μου δεν έμαθε ποτέ ποδήλατο.
Τα πιστόλια δεν τα είδα ποτέ. Τα μοίρασε, άκουσα, στην Κατοχή στους αντιστασιακούς…
Το μπαουλάκι το έχω ακόμα.

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Ποιός τη ζωή μου ποιός την κυνηγά

Είναι κάτι μήνες τώρα που ανά βδομάδα σχεδόν μούρχεται στο κινητό αυτό το μήνυμα (sms για τους τεχνολογο-φρίκουλες).


Προσωπικά, επειδή δεν γνωρίζω την εν λόγω, αλλά ούτε παρτίδες ήθελα νάχω ποτέ με δικηγόρους (να μη συναλλαχθείς ποτέ με δικηγόρους και γιατρούς μούχε αφήσει ευχή ο πατέρας μου), ποτέ δεν άνοιξα τέτοιας προέλευσης μηνύματα, αλλά ούτε και αλληλογραφία με αποστολέα δικηγορικό γραφείο.

Επειδή όμως έχω διαγνώσει μια αγωνία στο πρόσωπο της εν λόγω (τείνει εσχάτως να με "επισκέπτεται" νυχθημερόν), αποφάσισα σήμερα να αναγνώσω το μήνυμά της. Και με έκπληξη αλλά και περιέργεια θέλησα να εντρυφήσω στο φλέγον αυτό ζήτημα.

Απ' ό,τι θυμάμαι τα "προσωπικά μου" δεν τα έχω αναθέσει σε κανέναν δικηγόρο. Όμως επειδή η μνήμη μου μπορεί και να μα απατά ρώτησα τα τσετσέκια της αυλής μου αν γνωρίζουν κάτι περί της εν λόγω. Μου απάντησαν πως δεν γνωρίζουν τίποτα, άλλωστε είναι πολύ νεαρής ηλικίας. Απευθύνθηκα στην πιπεριά, κάπως πιο ώριμης ηλικίας και αυτή δεν μπορούσε να θυμηθεί. Άντε λέω, να ρωτήσω και τον γερο-δεντρολίβανο αν θυμάται κάτι. Με μεγάλη μου χαρά και προς δόξα της έπαρσής μου για το  αειθαλές της μνήμης μου, έλαβα την ίδια απάντηση. Όχι, λοιπόν. Κανείς δεν γνωρίζει αυτή την άγνωστη, ταλαίπωρη από την αγωνία και συντετριμμένη από τα παρακάλια κυρία.

Επειδή όμως δεν είμαι άσπλαχνο όν ακόμη και για τους άγνωστους σε εμέ συνανθρώπους μου, αποθέτω αυτό το γράμμα σε δημόσια θέα, έτσι ώστε να έχει πιθανότητες η εν λόγω να λάβει γνώση περί της μη-αδιαφορίας μου για την αγωνία της. Και αν ακόμη τύχει και η ίδια δεν ευδοκήσει να διαβάσει ιδίοις όμμασιν την επιστολή μου, κάποιος φιλεύσπλαχνος συνάνθρωπος θα βρεθεί είτε να την πληροφορήσει για το περιεχόμενό της, είτε να με πληροφορήσει για το ποιά είναι αυτή η γυναίκα και ποιός ο πραγματικός λόγος της αγωνίας της. Σε κάθε περίπτωση ένα μπουκέτο τσετσέκια είναι στη διάθεση ενός εκάστου τα ανθρώπινα επιτελούντος.


Αγαπητή μου Κυρία,
Τυγχάνει να μη σας γνωρίζω ή να μη σας ενθυμούμαι πλέον. Ευρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας πληροφορήσω πως κάθε έκκλησή σας, που θα αφορά προσωπικά μου ζητήματα είναι περιττή, επομένως μην επιτρέπετε εις την αγωνιώδη μέριμναν περί αυτών να κατακυριεύει το σώμα σας. Τυγχάνω άκρας υγείας και το αυτό εύχομαι και δι' υμάς. 
Μετά τιμής
ο υποφαινόμενος όνος


Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά
να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα;
ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά
σαν ψάρι μ' έχουν πιάσει μες στα δίχτυα.
Για κάποιον μες στον κόσμο είν' αργά
ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;

Ποιος τη ζωή μου, ποιος παραφυλά
στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει;
πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά
που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;

Για κάποιον μες στον κόσμο είν' αργά
ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

"my sweet cancer"


Αγαπημένο μου τέρας,
Καιρό έχω που γράφω αυτό το γράμμα. Το κρατούσα όμως: το διάβαζα, το ξαναδιάβαζα, το διόρθωνα. Πότε με σύμβουλο την απόγνωση και πότε την ελπίδα. Άλλοτε σε καλόπιανα μπας και με λυπηθείς κι' άλλοτε σε απειλούσα μήπως και ξεκουμπιστείς από το σώμα μου. Κι' όπου στεκόμουν τερατάκι σ' ανέβαζα, τέρας σε κατέβαζα. Αυτά μέχρι προχθές όμως. 

Και τώρα να, έτσι αναπάντεχα, έφτασε ο καιρός να στο στείλλω. Ένα χέρι δικαιοσύνης μούδειξε με το μακρύ του δάχτυλο το άδικό μου. Έκανα και την τελευταία διόρθωση, αποκαθιστώντας όλες τις αδικίες που έκανα εις βάρος σου με το να σε βομβαρδίζω νύχτα μέρα με χημικά, να σε ακτινοβολώ, να σε οικτίρω, να σε συκοφαντώ. 

Μια τελευταία ματιά λοιπόν και είμαι έτοιμη να στο στείλλω. Σε λίγες στιγμές κάτω κεί στα σκοτάδια των σωθικών μου, καθώς θα τρώς από τις σάρκες μου και θα πίνεις από το αίμα μου, θα διαβάζεις τούτες τις γραμμές, πάνω στο βαπτισμένο από το μαύρο μου αίμα χαρτί. 

Δυό χρόνια σε σέρνω και σε κουβαλώ, παράλληλη γένηκες ζωή μου, νοιάζομαι πια για την ύπαρξή σου και με καλοσυνάτη ειρωνεία καυχιέμαι, να, έφερα κι' εγώ μια ζωή στον κόσμο ετούτο. Φαντάζομαι, πως θα καταδεχθείς τη συγγνώμη μου για τα δύο χρόνια αδικίας, για το κακό μου μάτι και ονομάτισμα. Mα ήταν η απόγνωση του Γιατί εγώ, τόσο νέα.

γλυκό μου τερατάκι,
δεν ξέρω αν έμαθες τα νέα μου. Που, αν ακόμη είσαι εχθρός μου, θα πρέπει να σε χαροποίησαν. Τέρμα πια τα νοσοκομεία, οι θεραπείες, ο πόλεμός μου ενάντιά σου. Η καλοί μας δανειστές αποφάσισαν και η στοργική μας κυβέρνηση συμφώνησε, ο καλός μας υπουργός υγείας διέταξε και η διοίκηση του νοσοκομείου υπάκουσε πως καλό θα είναι και επωφελές για την αποπληρωμή του χρέους να σταματήσουν οι σπατάλες στα νοσοκομεία. Και πως σ' αυτά θα πλησιάζουν οι έχοντες και μή, αλλά πάντα κατέχοντες. Γιατί ένα σπιτάκι στ' όνομά σου είναι μια εγγύηση στο νοσοκομείο πως θα εισπράξει. Κι' εγώ, μετά από 22 χρόνια δουλειάς και πιστής τήρησης των νόμων του κράτους, βρέθηκα χωρίς κεραμίδι στο κεφάλι μου, πλάνητας σ' ενοικιαζόμενα. Κι ας με κοιτούσαν δύσπιστα κάθε φορά στην εφορία. Δεν γίνεται 10, 15, 20 χρόνια μαγαζί και δεν έχεις δύο σπίτια, ένα αυτοκίνητο. Δεν γίνεται κλέβεις φόρους και ΦΠΑ. Δέξου τον συμβιβασμό που σου προτείνουμε. 

Κι' από συμβιβασμό σε συμβιβασμό, κι' από νομιμότητα σε νομιμότητα, τα είκοσι δύο χρόνια στο ΤΕΒΕ γίναν καπνός, ούτε μία δραχμή αντιπαροχή, ούτε ένα cent ασφάλιση. Και το μαγαζάκι το κατάπιε το τέρας της κρίσης με το έμπα της, κι ο θεός ξέρει πως πρέπει να φοβάται κι' αυτός ακόμη τον θεό της κρίσης, γιατί είναι τέρας τούτος ο καινούργιος που μας προέκυψε θεός. 

Κι' από προχθές λοιπόν, γλυκό μου τερατάκι, ούτε δωρεάν φάρμακα, ούτε νοσοκομεία, ούτε γιατροί. Διαβαίνει σαν πικρή ανάμνηση κείνος ο αποχαιρετισμός του γιατρού μου, τόσο γλυκός σαν βάλσαμο, μη ξεχνάς να παίρνεις τακτικά το φάρμακά σου Δέσποινα, κι' όλα θα πάνε καλά. Και πριν προκάμω να γυρίσω στο σπίτι, ένοιωθα τη δύναμή μου να με κυριεύει, το σώμα μου να θεριεύει, τα δάχτυλά μου να πάψουν να τρέμουν. Και άτακτη νόμιζα τη φυγή σου. Και καλούσα στο τηλέφωνο τον γιατρό μου και στην άλλη άκρη έφτανε χαρούμενο το ουρλιαχτό μου, είμαι δυνατή, νίκησα το τέρας. Κι' αυτός κατέφθανε, μ' αγκάλιαζε, σαν πατέρας, το μωρό του γινόμουν τότε. Και μετά, ξαλαφρωμένη, έβγαινα στο μπαλκόνι και διαλαλούσα στους γείτονες όλους, ναι ξαφνικά τους αγαπούσα όλους, διαλαλούσα, είμαι δυνατή, νίκησα το τέρας.


Μα εσύ ήσουν μέσα μου, έτρωγες κι' έπινες αθόρυβα, ίσως από φόβο για τη δύναμη εκείνων των στιγμών μου. Και θυμάμαι πως όταν ένας πόνος ερχόταν από την κοιλiά μου, σε μάλωνα, κάτσε φρόνιμα, θα σταματήσω ν' αναπνέω και πας χαμένος κακομοίρη μου. Και γελούσα, κι' έκλαιγα μαζί, χαρίζοντας στο σώμα μου της ψυχής μου κομμάτια, πούτρεφαν την αφθαρσία του. 


Είχα βαλθεί να σε εξοντώσω με ό,τι μέσο διέθετα και μπορούσα, ακόμη και με βότανα, μάγια, προσευχές, τάματα. Μα πιο σφιχτά με κρατούσε τ' ανθρώπινο χέρι, του γιατρού μου. Και όταν, τσακ εμφανιζόσουν, ακατανίκητος και αποφασισμένος, με τους πόνους να με τυλίγουν σαν σεντόνι, την αποκαμιά να γδέρνει το σώμα, τα μέλη μου ανήμπορα να υπακούσουν στο μυαλό, κατέφευγα και πάλι εκεί, στην αγκαλιά του γιατρού μου, δίνοντας από τις τελευταίες μου οικονομίες εδώ κι' εκεί κάτι να με προσέξουν και με πρόσεχαν. Από προχθές, όμως, γλυκό μου τερατάκι τελειώσαν όλα αυτά. Είμαι πια ανασφάλιστη, δεν έχω κανένα δικαίωμα να δώ δωρεάν τον γιατρό μου, θα πρέπει να πληρώνω τις θεραπείες, τα φάρμακα, ακόμη και για το κρεβάτι που ξαπλώνω τις ώρες της χημειοθεραπείας.




Φταίει η εγκύκλιος, το πρόβλημα είναι λογιστικό, ο νόμος έτσι λέει, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, να πάτε στον ασφαλιστικό σας οργανισμό, τί δεν έχετε ασφάλεια ζωής, τί δεν πληρώνατε τις εισφορές σας; το πρόβλημα επομένως είναι λογιστικό, είναι δικό σας, το πρόβλημα είστε εσείς. 
  

Δεν ξέρω πως έγινε και τα τελευταία χρόνια είμαστε οι περισσότεροι ένα πρόβλημα λογιστικό, έγινε όμως, γίναμε. Τ' ακούμε νύχτα μέρα από τους επιφωτιστές μας, που τ' άκουσαν από τους δανειστές τους, τ' ακούει και η κυρά Μήτσαινα στο χωριό και συνέχεια ψαχουλεύει το βιβλιάριο της τράπεζας, πόσα μπήκαν, πόσα βγαίνουν κάθε μέρα, υπόλοιπο διαθέσιμο δραχμαί τριάκοντα έξι. Σε ποιό γκισέ ταμείου να σταθείς, σε ποιό γραφείο κίνησης νοσοκομείου, και να μην ακούσεις: το πρόβλημα είναι λογιστικό, δεν γίνεται τίποτα, απευθυνθείτε στη Διοίκηση, το ξανακούς από τη διοίκηση, απευθυνθείτε στο υπουργείο, και ξανά και ξανά: το πρόβλημά σας είναι λογιστικό


Ας όψεται το χρέος, η κρίση, οι τεμπέληδες δημόσιοι υπάλληλοι, η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή,  οι απεργίες, οι διαδηλώσεις, οι φοιτητές που κάνουν καταλήψεις, οι φιλεργατική νομοθεσία, το οκτάωρο. Ας όψονται όλοι κι' εμείς μαζί, που ζούσαμε με δανεικά, δεν παράγουμε τίποτα και τώρα ζητάμε και τα ρέστα.


Γιατί τ' ανάθεμα του φασισμού πέφτει σε όλους και σε όλα τα μη αρεστά του, 
εκτός από πάνω στο κεφάλι του και το κεφάλι αυτών που τον εκτρέφουν. 


...και τότε σκύβοντας το κεφάλι, ηττημένη από μάχες μικρές και μεγάλες, γύριζα στους τέσσερις τοίχους μου, μετρούσα ξανά και ξανά φίλους, άλλοτε εύρισκα το λογαριασμό κι' άλλοτε τον έχανα, 


Κι' ακαρτέρει κι' ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά
το ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι από την απελπισιά
...........
δεν είν' εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί.

...τους έλεγα πως έχω πια με δύο τέρατα να παλέψω και δεν ξέρω σε ποιανού το κεφάλι να ρίξω τις περισσότερες πετριές.

Αυτά τα νέα αγαπημένο μου τερατάκι. Αφουγκράζομαι τη χαρά σου, ν' απαλλαχθείς από τη δράση της μεθοτρεξάτης, να μη σε ταράζει κάθε τρις και λίγο το xeloda, να τρώς από τις μεσήλικες σάρκες μου, να ζείς και να πολλαπλασιάζεσαι ευτυχισμένο, σαν το μωρό μου. Φρόντισαν για την ευωχία σου οι δανειστές μας, ο καλός μας υπουργός, ο ασφαλιστικός μου οργανισμός, ο πρόεδρος του νοσοκομείου, το γραφείο κίνησης. Φρόντισα κι' εγώ λοιπόν ν' αποσύρω όλες μου τις κατηγορίες ενάντιά σου, να μην σε αποκαλώ πια τέρας, να μην σπαταλώ τις λίγες μου δυνάμεις παρά μόνο για να πολεμήσω τ' άλλο τέρας, που είναι δίπλα μου, που έχει καλούπι ανθρώπινο και σαρκοβόρα όψη. 

Δεν μπορώ πια να σου δείχνω το μίσος μου, μεμιάς και αναπάντεχα στέρεψε για σένα, βγαίνω στο μπαλκόνι και φωνάζω αγαπώ το γλυκό μου τερατάκι, αγαπώ τον καρκίνο μου. Και νοιώθω πως ο γιατρός μου μ' ακούει, εκεί που βρίσκεται, έχοντας με τη δική του να παλέψει ρευστότητα εργασίας, με το άρρευστο πια της ανθρώπινης αφοσίωσής του στη γιατρειά του πόνου.

my sweet cancer,
τώρα που μείναμε τα δυό μας να στο ψιθυρίσω στ' αυτί, με τη βαθειά μου φωνή; Σ' Αγαπώ!
Και στ' ορκίζομαι πως δεν θα σε ξαναπολεμήσω, δικές σου οι σάρκες μου, δικός σου ο αέρας μου, δικό σου και το φώς μου. Για να δείς και σύ με τα ίδια σου τα μάτια πως δεν είσαι ένα τέρας, πως γύρω μας υπάρχουν τ' αληθινά τέρατα, που από σήμερα τάχθηκα να πολεμήσω. Κι' όσες πέτρες θα μπορούν να σηκώνουν τα τρεμάμενα χέρια μου θα τις πετάξω καταπάνω τους, πριν φύγω. 

Δες με στις πολεμήστρες, τελικά γι' αυτό είχα γεννηθεί, να πολεμώ νύχτα και μέρα. Δες με, κι' ίσως και σύ ακόμη με αγαπήσεις.

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο, πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο και λες κι είναι εις την αρχή.

το κείμενο δεν είναι μυθοπλασία της καθημερινότητας

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

America America. Η σκοτεινή πλευρά μιάς ...εποποιείας


Πρόλογος 

Η ιστορία των μεταναστεύσεων αρχίζει από την πρώτη στιγμή της ιστορίας του ανθρώπου. Στους έσχατους αιώνες και σε σύγκριση με τις μεταναστεύσεις της φεουδαρχικής εποχής, οι νεώτερες μεταναστεύσεις έχουν σχεδόν απόλυτα οικονομικά αλλά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Ανεξαρτήτως του κινήτρου της μετανάστευσης, οι χώρες προορισμού, κατά τεκμήριο αναπτυσσόμενες ή ανεπτυγμένες, τους υποδέχονται ως την πρώτη ύλη που θα τροφοδοτήσει την ανάπτυξή τους. Η κύρια αιτία της σύγχρονης μετανάστευσης επομένως είναι η ανισομερής, ανάμεσα στις διάφορες περιοχές του πλανήτη- ανάπτυξη. 

Κατά την υλοποίηση του σχεδίου μετανάστευση τόσο από τη μία (χώρα καταγωγής των μεταναστών), όσο και από την άλλη πλευρά (χώρα προορισμού), έχουν προετοιμασθεί οι κατάλληλοι μηχανισμοί αναζήτησης, προώθησης ελέγχου και εκμετάλλευσης των μεταναστών. 

Η ελληνική μετανάστευση των τελευταίων τριών αιώνων αν και καθαρά οικονομικής φύσεως έχει καταγραφεί στην ιστορία ως μια ακόμη "εποποιεία" της ελληνικής φυλής. Ταυτίζεται ή θεωρείται ως η συνέχεια της ανάγκης των ελληνικών κρατών-πόλεων των ιστορικών χρόνων για επέκταση. Αυτή η επέκταση υλοποιήθηκε με τη δημιουργία αποικιών στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου και των παραλίων της Μαύρης Θάλασσας και του Εύξεινου Πόντου. Η σκόπιμη αυτή ταύτιση θέλει να αποκρύψει τόσο τους λόγους για τους οποίους ένα μεγάλο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας μας αναγκάστηκε να πουληθεί ως φθηνή εργατική δύναμη σε άλλες χώρες, όσο και τις μαύρες σελίδες της υπερεκμετάλλευσης των ελλήνων μεταναστών πριν, κατά και μετά το μεγάλο ταξίδι τους προς την εκάστοτε Γή της Επαγγελίας. 

Αυτή τη σκοτεινή πλευρά της ιστορίας της ελληνικής μετανάστευσης κατά τη βιομηχανική περίοδο αποτελεί και το θέμα του σημερινού άρθρου. Και όπως βλέπουμε η ιστορία επαναλαμβάνεται και σήμερα με κάπως αντεστραμμένους τους ρόλους στην περίπτωση της χώρας μας. 

"Πλάνητες πάνω στο πλανήτη, φυγάδες θεόθεν, καταδιωγμένοι από την πείνα, τους πολέμους και την καταπίεση, θύματα της παγκοσμιοποίησης της αθλιότητας, οι οικονομικοί πρόσφυγες, συνοδεύουν σαν σκιά τον αιώνα που πέρασε και τον αιώνα που άρχισε. 

Μεταναστευτικά ρεύματα η ιστορία της ανθρωπότητας γνώρισε πολλά. Αποκτούν, όμως, ένα εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ήδη την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μιλώντας για τις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών και τα ατέλειωτα καραβάνια των προσφύγων, η Hannah Arendt επεσήμαινε ότι βρισκόμαστε πλέον μπροστά σε ένα καινούργιο ιστορικό φαινόμενο: τα εκατομμύρια των «μη πολιτών», των ξεριζωμένων από τις χώρες καταγωγής τους και μετακινούμενων στις χώρες της υποδοχής και της μη αποδοχής, αποκαλύπτουν ότι τα περιβόητα «δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη» που διακήρυξε η Γαλλική Επανάσταση αποτελούν μια κενή αφαίρεση. Όποιος μετανάστης δεν καλύπτεται από εθνική καταγωγή και τη νομική ιδιότητα του πολίτη ενός Κράτους-Έθνους, δεν λέγεται άνθρωπος. Το αντίστροφο, επίσης ισχύει: εάν ο μη πολίτης έχασε μαζί με την ιδιότητα του πολίτη και την ιδιότητα του ανθρώπου, τότε τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα δεν ισχύουν για κανένα, πολίτη και μη και στη θέση του αφηρημένου ανθρώπου σαν κέντρου της νεωτερικότητας απομένει ένα αβυσσαλέο κενό". 

Οι λέξεις αυτές περιγράφουν την τότε και την παρούσα εικόνα του μετανάστη-δουλοπάροικου και αποδεικνύουν ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται εσαεί, ενίοτε δε με τραγικότερο τρόπο. 

Τοκογλύφοι και Εμποροι Ελπίδων 

Η ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης προς τις ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες (σαν πρώτη τέτοια καταγράφονται οι Η.Π.Α.) έχει τις ρίζες της στην Ελληνική επανάσταση του 1821. Τότε, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δημιούργησαν στρατιές ξεριζωμένων αμάχων και ιδίως παιδιών-ορφανών. Τότε ήταν που οι ιεραπόστολοι αμερικανικών θρησκευτικών δογμάτων αλώνιζαν σε όλη την Βαλκανική και γενικά στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Χιλιάδες παιδιά-ορφανά τότε στρατολογήθηκαν και εστάλησαν στις Η.Π.Α. για υιοθεσία. Αυτά τα παιδιά σαν ενήλικες πλέον απετέλεσαν και τον πρώτο πυρήνα των ελληνικής καταγωγής μεταναστών στη νέα γή της επαγγελίας. Απετέλεσαν δηλαδή τους "κράχτες" που θα έδιναν το έναυσμα για την μετέπειτα οργανωμένη και συστηματική μετανάστευση προς την Βόρεια Αμερικανική Ηπειρο. Το 1864 καταγράφονται οι πρώτες οικονομικές μεταναστεύσεις προς τις Η.Π.Α. Ανάμεσα στα έτη 1900-1920 ήδη η Ελλάδα έχει "στείλλει" το 8% (και πάνω από το 30% του ενεργού οικονομικά) πληθυσμού της προς τις Η.Π.Α. Η μετανάστευση είναι αδιάψευστο επιχείρημα για την άθλια οικονομική και κοινωνική κατάσταση της ελληνικής υπαίθρου των ετών 1870 έως 1930 αλλά και μετέπειτα. 

Οι Έλληνες που μετανάστευαν στις υπερπόντιες χώρες, εκτός από τη σωματική ικανότητα, δε διέθεταν άλλο προσόν. Hταν δε κυρίως αγρότες-δουλοπάροικοι ή μικροιδιοκτήτες που ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες και μαστίζονταν από την τοκογλυφία και την εκμετάλλευση των εμπόρων. Ο τόκος, ήταν 20-30% σε χρήμα, αλλά οι δανειστές έπαιρναν από τους οφειλέτες τους, γάλα, βούτυρο, και άλλα προϊόντα, ανεβάζοντας τον τόκο σε 70 ή και 80%. Διαπιστώνουμε μέσω συγκρίσεων ότι η τοκογλυφία αλλά και η εξοντωτική φορολόγηση του πληθυσμού της υπαίθρου αμέσως μετά το 1821 μόνο με αυτές της περιόδου των ύστατων βυζαντινών χρόνων μπορούν να συγκριθού. Οι εικόνες από το βιβλίο του Άγγελου Τερζάκη  ("Η Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ"), ζωντανεύουν μέσα από τα κατορθώματα των Μακρυγιάννηδων, των Σουλιωτών και άλλων επιφανών πατριωτών της αποχής. Απόλυτος στόχος ήταν η δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για την παραγωγή σκλάβων, για τη συγκέντρωση της γής στα χέρια των διαδόχων των τσιφλικάδων του Βυζαντίου. Έτσι, ένα σημαντικό κομμάτι του ενεργού δυναμικού της χώραςέπεφτε στα χέρια των εμπόρων ελπίδας για μια καλλίτερη ζωή.  

Οι περισσότεροι μετανάστες ήταν αγράμματοι, λίγοι είχαν τελειώσει το Δημοτικό, “άβγαλτοι” και αθώοι, στερημένοι άνθρωποι, πού δεν είχαν συνείδηση της δύναμής τους, ούτε φυσικά των δικαιωμάτων τους. Δηλαδή ήταν το κατάλληλο υλικό για εκμετάλλευση. Ο μύθος της αμερικάνικης “Γης της επαγγελίας”, του καταφύγιου των αποδήμων όλου του κόσμου, αναμφισβήτητα διαπότισε όλη την ύπαιθρο. Είχε βέβαια στηθεί όλος ο παραραίτητος προπαγανδιστικός μηχανισμός που διαφήμιζε τον πλούτο και τις ευκαιρίες που παρουσιάζει η Αμερική. Μεγάλο ρόλο έπαιξαν και οι πράκτορες των μεταναστευτικών γραφείων και των ατμοπλοϊκών εταιρειών που διαφήμιζαν τον πλούτο και τις ευκαιρίες που παρουσιάζει η Αμερική. Ετσι οι περισσότεροι μετανάστες έφευγαν με την ελπίδα του γρήγορου πλουτισμού και της σύντομης επιστροφής στην πατρίδα. Ετσι τους υπόσχονταν τα μεσιτικά γραφεία μετανάστευσης που είχαν στηθεί σε όλη τη χώρα (όπως το διαβόητο Orient Express των Λυμπερόπουλων στην Καλαμάτα), όπως ακριβώς λίγες δεκαετίες μετά στήθηκαν οι ΕΛΔΕ του χρηματιστηρίου. 

Το ταξίδι απαιτούσε αρκετά χρήματα και οι πράκτορες ή οι τοκογλύφοι που θα δάνειζαν το απαραίτητο για τα ναύλα ποσό, ζητούσαν εξασφάλιση. Έτσι μικροκτηματίες με υποθηκευμένα κτήματα ήσαν πολλοί μεταξύ των μεταναστών. Βέβαια και για τους τελείως φτωχούς και άκληρους υπήρχε ο τρόπος. Τους δέσμευαν με συμβόλαια εργασίας και έτσι ξεχρέωναν τα ναύλα τους, σκλάβοι στην κυριολεξία, στους σιδηροδρόμους ή στα ορυχεία του Κολοράδο.  Το ίδιο "κόλπο" που εφαρμόζουν σήμερα η σωματέμποροι κυρίως στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

Ακόμα και μικρά παιδιά και εφήβους 8-12 χρονών στρατολογούνταν για τα στιλβωτήρια που διατηρούσαν κυρίως Έλληνες μπράβοι στις μεγάλες πόλεις των Η.Π.Α. Ενδεικτικό του ότι οι Έλληνες πήγαιναν με πρόθεση να μείνουν προσωρινά στην Αμερική, είναι το γεγονός ότι έφευγαν μόνο άντρες σε αντίθεση με τους μετανάστες από άλλες χώρες. Έφευγαν οι Έλληνες, με την ελπίδα να γυρίσουν σύντομα με χρήματα, για να ξεχρεώσουν το κτήμα τους, να κάνουν μια δουλειά στον τόπο τους ή να ...προικίσουν τις αδελφές τους. Και βέβαια για να γλιτώσουν από την πείνα, τη δυστυχία και την εκμετάλλευση που βασίλευαν στην πατρίδα τους. Δεν ήξεραν όμως συνήθως τι τους περίμενε εκεί. 

Μετανάστες από όλη τη χώρα ελεύθερη ή μη κατέφθαναν με τα πόδια από τον τόπο τους στα λιμάνια αναχώρησης (Πειραιά ή Πάτρα) αντικρίζοντας μάλιστα για πρώτη φορά θάλασσα και βαπόρια. 

Μεταφορές ... Φορτίων 


Μέχρι το 1907 το ελληνικό μεταναστευτικό κύμα προς την Αμερική το είχαν αναλάβει ξένες ατμοπλοϊκές εταιρίες (οι γαλλικές “Messageries Maritimes” και “FabreLine”, οι οποίες μετέφεραν τους μετανάστες έως τη Μασσαλία και από εκεί σιδηροδρομικώς στην Χάβρη ή το Χερβούργο όπου επιβιβάζονταν στα υπερωκεάνια του Βορείου Ατλαντικού με προορισμό τη Νέα Υόρκη, η γερμανική “Hamburg American Line” και κυρίως η Αυστριακή “Austro Americana” που τα υπερωκεάνιά τους προσέγγιζαν το λιμάνι των Πατρών). Από το 1908 και έως το 1937 η «Εθνική Ατμοπλοϊα της Ελλάδος» των αδελφών Εμπειρίκου, κυριάρχησε στο χώρο της μεταφοράς των μεταναστών προς την αμερικανική ήπειρο. Με εξασφαλισμένα φορτία 30 έως 45 χιλιάδων μεταναστών ετησίως δημιούργησε ένα στόλο 10 υπερωκεανίων που εκτελούσαν τα δρομολόγια προς την βόρεια αμερικανική ήπειρο. 

Αν κρίνουμε από τις «φρικτές» συνθήκες διαβίωσης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, στα μεταναστευτικά υπερωκεάνια, ιδιαίτερα εκείνα της πρώτης περιόδου (1907-1937), οι μετανάστες θεωρούνταν «φορτίο». Αρκεί να σκεφτούμε ότι πλοία μόλις 5-6 χιλιάδων τόνων, μετέφεραν έως 1.200-1.300 επιβάτες, σε ταξίδια που συχνά ξεπερνούσαν τις 20-22 ημέρες. 
Οι δοκιμασίες των φτωχών μεταναστών, οι οποίοι ελάχιστα νοιάζονταν για ανέσεις, που ποτέ άλλωστε δεν είχαν γευτεί, άρχιζαν πολύ πριν το ταξίδι. Οι περισσότεροι αγνοούσαν τις μεγάλες δυσκολίες που τους περίμεναν στο Νέο Κόσμο, τον οποίο εκατοντάδες μεσίτες μετανάστευσης παρουσίαζαν ως νέα Γη της Επαγγελίας. Με την ελπίδα λοιπόν ότι στην ξένη χώρα θα αποκτήσουν ό,τι χρειάζονται για να επιστρέψουν εφοδιασμένοι για μια καλύτερη ζωή, αγωνίζονταν να πάρουν την πολυπόθητη άδεια μετανάστευσης για την Αμερική. Όσοι τα κατάφερναν, πριν την επιβίβαση στο πλοίο, υποβάλλονταν στη λεγόμενη μέτρηση της δύναμής τους, στον έλεγχο του ποινικού τους μητρώου, στο ξεψείριασμα και τον εμβολιασμό. 

Οι μετανάστες «πακετάρονταν» κυριολεκτικά στους χώρους κάτω από το κυρίως κατάστρωμα σε απελπιστικά στενούς χώρους. Οι διάφορες χώρες σκόπιμα καθυστέρησαν να θεσπίσουν διατάξεις για την ανθρώπινη μεταφορά των επιβατών, με αποτέλεσμα οι ατμοπλοϊκές εταιρίες που εκμεταλλεύονταν τα υπερωκεάνια να «οργιάζουν» εις βάρος των άτυχων μεταναστών. Ένας αμερικανικός νόμος που ψηφίστηκε το 1882 και σκοπό είχε να προστατεύσει κυρίως τους επιβάτες της τρίτης θέσης, προέβλεπε ότι κάθε επιβάτης δεν μπορούσε να έχει στη διάθεσή του λιγότερα από 100 κυβικά πόδια (2,83 κυβ. μέτρα) ή αν έμενε σε χώρο κάτω από δύο καταστρώματα, 120 κυβ. πόδια (3,40 κυβ. μέτρα). Δύο παιδιά κάτω από οκτώ ετών υπολογίζονταν για ένας επιβάτης. Αν ο ισχνός αυτός χώρος δεν διατίθετο, ο πλοίαρχος του πλοίου έπρεπε να πληρώσει πρόστιμο πενήντα δολαρίων για κάθε επιβάτη. Σημειώνουμε ότι ποτέ δεν έγινε σχετικός έλεγχος από τις αρμόδιες αρχές και πουθενά δεν αναφέρεται να επιβλήθηκε ποτέ σχετικό πρόστιμο. Οι χώροι της τρίτης θέσης ήταν κυριολεκτικά «πακεταρισμένοι» με σειρές από σιδερένια ή ξύλινα διώροφα κρεβάτια. Κάθε κρεβάτι είχε έξι πόδια (1,88 μέτρα) μάκρος και δύο πόδια (0,61 μέτρα) πλάτος, με μόνο 30 ίντσες (0,762 μ.) ύψος ανάμεσα στα κρεβάτια για κάθε επιβάτη, δηλαδή αντιστοιχούσαν συνολικά τριάντα κυβικά πόδια (0,84 κυβ. μ.) έχοντας τις διαστάσεις από δύο... φέρετρα. Στο κλειστοφοβικό αυτό διπλό «φέρετρο», ο μετανάστης έπρεπε να περάσει όλες τις ώρες, μέρα ή νύχτα. εκεί να ζει, να κοιμάται, να ησυχάζει, να ντύνεται. Δεν υπήρχαν καρέκλες ή σκαμνιά, ούτε τραπέζι. Οι αποσκευές, τα ρούχα, τα σκεύη του φαγητού και όλα τα υπάρχοντά του, αν σκεφθούμε μάλιστα ότι πολλοί μετακόμιζαν για πάντα, έπρεπε να βολευτούν κατά κάποιο τρόπο ανάμεσα στα στενά αυτά κρεβάτια. Ο διαχωρισμός των γυναικών επιβατών ήταν αδύνατος. Στην προσπάθειά τους για κάποια απομόνωση οι γυναίκες κρεμούσαν τα ρούχα τους γύρω από τα κρεβάτια τους προκειμένου να δημιουργήσουν κάποιο υποτυπώδες παραπέτασμα. 

Ο νόμος προέβλεπε καθημερινή ιατρική επίσκεψη στη διάρκεια του ταξιδιού. Οι μετανάστες θα έπρεπε να μπαίνουν στη γραμμή και να περάσουν από τους γιατρούς του πλοίου. Ο κανονισμός δεν εφαρμόσθηκε ποτέ. Η καθημερινή επιθεώρηση επιβεβαιώνονταν από ειδικές κάρτες που έπρεπε να τρυπηθούν από τον εποπτεύοντα γιατρό. Συνήθως όμως, τις κάρτες τρυπούσε έξι-επτά φορές σε κάθε επίσκεψη, κάποιος «εξυπηρετικός θαλαμηπόλος», γα να μη στέκονται όλοι οι μετανάστες κάθε φορά στην ουρά, πράγμα που βόλευε τόσο τους ίδιους όσο και τους γιατρούς. Σε κάθε επιβάτη δινόταν με την επιβίβασή του στο πλοίο ένα κουτάλι, ένα πιρούνι και μία τενεκεδένια καραβάνα. Όταν αναγγελλόταν το πρωινό, συνήθως στις επτά παρά τέταρτο, όλοι στριμώχνονταν στο χώρο της διανομής καθώς δεν υπήρχε ειδική τραπεζαρία παρά μονάχα ένας χώρος σε κάποια άκρη με λίγα τραπέζια και μερικούς πάγκους, όπου συνήθως κάθονταν οι γυναίκες και τα παιδιά. Οι άνδρες έπρεπε να περάσουν από τους πάγκους του σερβιρίσματος, κρατώντας τις καραβάνες και μετά να βρουν κάποιο χώρο για να φάνε ή να βγουν στο ανοιχτό κατάστρωμα. Οι γυναίκες - επιβάτες τότε βρίσκανε την ευκαιρία να ντυθούν, καθώς άδειαζαν τα διαμερίσματα πριν από το πρωινό, με αποτέλεσμα να φθάνουν αργά ή να μην προλαβαίνουν καθόλου τη διανομή. Στις ρεκλάμες των πρακτορείων που εκδίδανε τα εισιτήρια, το φαγητό περιγραφόταν ως υγιεινό και θρεπτικό. Στην πραγματικότητα όμως, ήταν τόσο κακομαγειρεμένο που σχεδόν δεν τρωγόταν. Συνήθως το μισό φαγητό που ετοιμαζόταν για τους μετανάστες κατέληγε τροφή για τα ψάρια του ωκεανού. Οι επιβάτες μπορούσαν να αγοράσουν από την καντίνα του θαλαμηπόλου κάτι γα να συμπληρώσουν το φαγητό τους, πράγμα που έκανε την ποιότητα του φαγητού χειρότερη, προκειμένου να αυξηθεί ο τζίρος της καντίνας. 

Φθάνοντας στη Γή της Επαγγελίας 

Στην είσοδο ακριβώς των εκβολών του ποταμού Hudson μόλις μέσα από τα Narrows, στο Clifton, του Staten Island ήταν η «Καραντίνα», ο δημόσιος υγειονομικός σταθμός ελέγχου. Καθώς το πλοίο αγκυροβολούσε εκεί, το περικύκλωνε ένας στολίσκος από μικρά πλοία. Οι άνδρες της υπηρεσίας Αλλοδαπών και της Δημόσιας Υγείας, ανέβαιναν στο πλοίο και περνούσαν γρήγορα από τους χώρους της πρώτης και της δεύτερης θέσεως σε μια βιαστική επιθεώρηση των επιβατών των θέσεων αυτών. Στη συνέχεια κατέβαιναν στα ... ευώδη διαμερίσματα, όπου βρίσκονταν οι επιβάτες της τρίτης θέσεως για το πιο χρονοβόρο μέρος της δουλειάς τους, προκειμένου να εξετάσουν κάθε επιβάτη. 

Η μέρα των μεταναστών μόλις άρχιζε. Ύστερα από μια ατελείωτη αναμονή στο πλοίο προκειμένου να τελειώσουν οι έλεγχοι, άρχιζαν να κατεβαίνουν επιτέλους τη σκάλα του πλοίου, φορτωμένοι με τις αποσκευές τους. Έτσι παραφορτωμένοι κατευθύνονταν στις βάρκες της Υπηρεσίας Αλλοδαπών που τους περίμεναν για να τους μεταφέρουν στο περίφημο Ellis Island, νησί ελπίδων και αγωνίας, νησί ολοκληρώσεως πόθων και ματαιώσεως ονείρων. Εκεί μέσα στις πολύβουες στοές του γραφείου απογραφής, οι μετανάστες υποβάλλονταν στην τελική δοκιμασία. Οι περισσότεροι περνούσαν τον έλεγχο και ξεχνούσαν τις ταλαιπωρίες του ταξιδιού. 

Όμως οι άρρωστοι, όσοι δεν είχαν συγγενείς ή φίλους στην Αμερική, και όσοι ακόμη δεν φαινόντουσαν αρκετά γεροί για να δουλέψουν στις σιδηροδρομικές γραμμές, στα μεταλλεία και τόσες άλλες βαριές δουλειές και τέλος όσοι θεωρούνταν ύποπτοι για τη δημόσια τάξη υποχρεωνόταν να γυρίσουν στο πλοίο και παραδινόταν στην ατμοπλοϊκή εταιρία για επαναπατρισμό. Δράματα ζωής και θανάτου παίχθηκαν μέσα στις αίθουσες όπου εγίνετο η εξέτασις των μεταναστών ή πίσω από τα κάγκελα των κρατητηρίων όπου έμεναν όσοι επρόκειτο να απελαθούν στον τόπο της προελεύσεώς τους. Από το 1903 μέχρι το 1908 απαγορεύτηκε η είσοδος περίπου σε 3.500 μετανάστες. Έτσι και στην Αμερική υπήρξε κατ΄ ανάγκη η λαθραία και παράνομη αποβίβαση και μάλιστα σε μεγάλη έκταση. 

Οι μετανάστες, ύστερα από τις ατελείωτες αυτές ταλαιπωρίες πατούσαν επιτέλους το έδαφος της νέας Γης της Επαγγελίας, όπου άλλου είδους περιπέτειες άρχιζαν γι΄ αυτούς. Οι περισσότεροι νεοαφιχθέντες έμεναν για λίγο στη Νέα Υόρκη. Εκεί υπήρχαν μικρά ξενοδοχεία και μικρομάγαζα Ελλήνων ιδιοκτητών, οι οποίοι τους υποδέχονταν όταν ξεμπαρκάριζαν από τα σκάφη που τους έφερναν στο νότιο τμήμα του Μανχάταν από το Έλις Άιλαντ. Ήταν ακριβή η πόλη και οι περισσότεροι είχαν λιγότερα από τριάντα δολάρια στην τσέπη τους. Βιάζονταν λοιπόν να συνεχίσουν το ταξίδι τους. 

Η αναζήτηση στέγης και εργασίας. Οι συνθήκες διαβίωσης 

Στις αρχές του 20ου αιώνα περίπου ένας στους επτά μετανάστες παρέμενε στη Νέα Υόρκη, που είχε το 1910 πάνω από 12.000 Έλληνες. Οι υπόλοιποι συνέχιζαν την πορεία τους στην τεράστια αμερικανική ενδοχώρα. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κύριους προορισμούς των Ελλήνων μεταναστών της εποχής εκείνης: τις Δυτικές Πολιτείες, τις βιομηχανικές πόλεις της Νέας Αγγλίας και τις μεγάλες πόλεις του Βορρά, ειδικά στη Νέα Υόρκη και το Σικάγο. 

Η πρώτη μεγάλη ομάδα Ελλήνων που έφτασε στις Δυτικές Πολιτείες χρησιμοποιήθηκε σαν απεργοσπαστικός μηχανισμός. Μια απεργία ανθρακωρύχων της Utah το 1903 έσπασε από Έλληνες που μεταφέρθηκαν εκεί από τις Ανατολικές Πολιτείες για το σκοπό αυτό. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχαν τουλάχιστον 50.000 Έλληνες εργάτες στα ορυχεία και στις σιδηροδρομικές γραμμές των Δυτικών Πολιτειών, ενώ οι εργάτες σιδηροδρόμων είχαν συγκεντρωθεί κυρίως στην Καλιφόρνια, όπου το 1910 το ποσοστό Ελλήνων στο συνολικό πληθυσμό ήταν μεγαλύτερο από οποιασδήποτε άλλης Πολιτείας. 

Η ζωή των Ελλήνων στις βιομηχανικές αυτές πόλεις ήταν στερημένη. Μια και ο σκοπός τους ήταν να εξοικονομήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα για να τα στείλουν πίσω στην Ελλάδα, ζούσαν πολύ λιτά. Ήταν συνηθισμένο φαινόμενο για έξι άτομα να νοικιάζουν ένα διαμέρισμα και να μοιράζονται τα έξοδα, χωρίς σωστή διατροφή ή στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής. Γιαυτό και η φυματίωση ήταν πολύ συνηθισμένη. Οι συνθήκες της ζωής τους ήταν άθλιες. Η φυματίωση εθέριζε. Υπέμεναν όμως τα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσουν το γυρισμό τους στην πατρίδα, με κάποια άνεση και είναι γνωστό ότι πολλοί δεν γύρισαν πολύ πλουσιότεροι απ΄ ό,τι έφυγαν. Τα πράγματα γίνονταν ακόμη χειρότερα, λόγω της δεδομένης εχθρικής υποδοχής που επιφύλασσαν στους Έλληνες μετανάστες, οι μετανάστες άλλων εθνικοτήτων ή και οι ίδιοι οι Αμερικανοί εργάτες. 

Αλλά και οι εργάτες των ορυχείων ή των σιδηροδρομικών έργων δεν είχαν καλύτερη τύχη. Στις γραμμές οι εργάτες κατοικούσαν στα παληά βαγόνια, τα οποία τους "παρέχουν" οι εταιρείες, ή σε ξύλινες καλύβες, κατασκευαζμένες για αυτούς στα εργατικά στρατόπεδα, ισχύει δε και εκεί όπως στις πόλεις το κοινοβιακό σύστημα. Τέλος για τα παιδιά που προορίζονταν για λούστροι ή μικροπωλητές επιφυλλάσονταν τα υπόγεια διαμερίσματα των πόλεων, χωρίς καμμία συνθήκη υγιεινής, με ελάχιστη τροφή και εξαντλητικό ωράριο εργασίας. 

Τις περισσότερες φορές έμεναν νηστικά όλη την ημέρα και έτρωγαν μόνο το βράδυ όταν επέστρεφαν στα δωμάτια τους. Τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα για τα παιδιά που δούλευαν στα στιλβωτήρια. Σε μερικά δωμάτια ήταν αραδιασμένα το ένα πλάι στο άλλο δύο ή τρία κρεβάτια στα οποία έπεφταν από τρία ή τέσσερα παιδιά. Σε άλλα δωμάτια δεν υπήρχαν κρεβάτια και τα παιδιά εκοιμούντο στο πάτωμα. Όταν η κατοικία τους ήταν σε μεγάλη απόσταση από το κέντρο (ως συνήθως) ξυπνούσαν στις 4.30 το πρωί. Πάντοτε έμεναν στην εργασία τους μέχρι τις 9.30 και 10 τη νύχτα... Μετά το κλείσιμο των στιλβωτηρίων, έμεναν για να καθαρίσουν τα μάρμαρα, να σφουγγαρίσουν τα πατώματα και να ξεσκονίσουν τις καρέκλες. Τις περισσότερες φορές όμως οι εργοδότες έδιναν μόνο τυρί, ελιές και ξερό ψωμί. Τη νύχτα ήταν τόσο εξαντλημένα, ώστε έπεφταν συχνά στο κρεβάτι χωρίς να ξεντυθούν (αφού είχαν κάνει μια και περισσότερη ώρα δρόμο με τα πόδια). Τα στιλβωτήρια έμεναν ανοιχτά κάθε μέρα της εβδομάδος και τις Κυριακές και τις γιορτές. 

Η ζωή που περίμενε, στο νέο περιβάλλον τους μετανάστες, δεν έμοιαζε καθόλου μ΄ αυτήν που περιγράφανε στους αγρότες στην Ελλάδα, οι πράκτορες των ατμοπλοϊκών εταιρειών και των εκμισθωτών εργασίας για τους τόπους δουλειάς στην Αμερική. Καθώς πήγαιναν στην Αμερική με πρόθεση να μείνουν προσωρινά, πολλοί αρνιόντουσαν να μάθουν την αγγλική γλώσσα και καθώς ήσαν και ανειδίκευτοι, δεν τους απέμεινε παρά να δουλέψουν στα μεταλλεία ή στους σιδηροδρόμους ενώ πολλοί εκδηλώνοντας το "επιχειρηματικό δαιμόνιο του έλληνα", έστηναν καροτσάκια πουλώντας λαχανικά ή φρούτα κ.λ.π. στους δρόμους. Σύμφωνα με μια έκθεση το 1901 υπήρχαν 1500 περίπου πλανόδιοι πωλητές στη Νέα Υόρκη.   

και οι ...προστάτες 

Στην ιστορία του ελληνισμού υπάρχουν πολλές σκοτεινές σελίδες εκμετάλλευσης, το επαίσχυντο περιεχόμενο πολλών απ΄ αυτές τις σελίδες γράφτηκε από τους ίδιους τους Έλληνες, εκείνους που κατατρέχουν τους συντρόφους τους μετανάστες. Αρκετοί ανάμεσά τους (Έλληνες μετανάστες), έχοντας υπερνικήσει τα πρώτα εμπόδια, αντί να προσπαθήσουν να εξυπηρετήσουν τους συμπατριώτες τους, εκμεταλλεύτηκαν την απειρία και την αμάθειά τους σε τέτοιο αποκρουστικό βαθμό που ήταν απαραίτητη η επέμβαση των αμερικανικών αρχών να σταματήσουν την εκμετάλλευση των αθώων θυμάτων. Κανένα άλλο αδίκημα δε χτύπησε τόσο βαθιά την ελληνοαμερικανική κοινότητα στα πρώτα της χρόνια και δεν είχε τόσο ζημιογόνο αποτέλεσμα στην αμερικανική κοινή γνώμη και στις κυβερνητικές αρχές όσον αφορά το ελληνικό όνομα και την ελληνική μετανάστευση στην Αμερική, όσο το σύστημα των προστατώ (Patrone). Το σύστημα ήταν διαδεδομένο ανάμεσα στους μετανάστες που είχαν λίγη ή καμία γνώση της αγγλικής γλώσσας. 

Το σύστημα εκμετάλλευσης από τους πατρόνους είχε πρωτοεμφανιστεί από Ιταλούς αφέντες στη σιδηροδρομική βιομηχανία. Στην ουσία, οι πατρόνοι ήταν εργολάβοι στους οποίους οι νεοφερμένοι, που ήξεραν πολύ λίγο τη γλώσσα και τις συνθήκες εργασίας, στηρίζονταν για εργασία (απασχόληση). Μερικές φορές οι πατρόνοι τους εξασφάλιζαν δωμάτιο και ένα συμφωνημένο ποσό ως μισθό, που σήμαινε ότι τροφή και οτιδήποτε έπαιρνε ο εργάτης επιπλέον απ΄ αυτό το ποσό ανήκε σ΄ αυτόν, δηλαδή τον πατρόνοι. 

Από το 1900 οι Έλληνες «αφεντικά» υιοθέτησαν το σύστημα των πατρόνων και το επεξέτειναν. Τα πρώτα θύματα ήταν κυρίως οι μικροπωλητές λουλουδιών και, σε μικρότερη έκταση, οι πωλητές φρούτων και γλυκών στους δρόμους της Ν. Υόρκης. Ήταν εφοδιασμένοι με χειράμαξες και με το εμπόρευμα της ημέρας. Το βράδυ επέστρεφαν τα καροτσάκια και τις εισπράξεις στο «αφεντικό». Στην αρχή το σύστημα περιοριζόταν στους μεσήλικες Έλληνες μετανάστες αλλά μετά το 1900 επεκτάθηκε και συμπεριέλαβε αγόρια ηλικίας 14-20. 

Αυτά τα αγόρια έκλειναν συνήθως συμβόλαιο στην Ελλάδα. Το συμβόλαιο το υπέγραφαν τα αγόρια και οι γονείς τους, λίγοι από τους οποίους ήξεραν το αληθινό νόημα της συμφωνίας. Ο πατρόνος πλήρωνε τη μετάβαση στις Ηνωμένες Πολιτείες και γιαυτό ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν γι΄ αυτόν για χρόνια. Ήταν μια μορφή δουλείας με συμβόλαιο. 

Σαν επίλογος 

Προς δόξαν της ελληνικής εποποιείας America, America οποιαδήποτε ομοιότητα με σημερινά γεγονότα, πρόσωπα ή πράγματα δεν είναι σύμπτωση. 

πηγές: 
- Ο. Βαλτινού. "Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη" εκδόσεις ΑΓΡΑ,1992. 
- Αφιερώματα της "Καθημερινής" "Επτά Ημέρες" 15/12/1996 
- "Οικονομικός Ταχυδρόμος" 1997. 
-Εθνικό ίδρυμα Ερευνών, "Ο Αγροτικός κόσμος στον Μεσογειακό χώρο. Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου", 1988.
-Εθνικό ίδρυμα Ερευνών, Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου 1986. 
-Εθνικό ίδρυμα Ερευνών, "Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940)". 1995.

σημείωση: το παρόν κείμενο επικαιροποιημένο και εμπλουτισμένο αποτελεί περίληψη κειμένου-άρθρου σε οικονομική στήλη της δεκαετίας του '90.

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

όπως, όταν μυρίζεις γιασεμί


Στιγμές στιγμές τρέχει η ματιά μου στις χαραμάδες π' αφήνει το πέταγμα των αποδημητικών στον ουρανό. Φεύγουν, λυτρωμένα από δεσμά χειμώνων.

Κι' είναι τούτη η συνείδηση που εκτοπίζει κάθε μνήμη, αδειάζει το λογικό και τότε το μάτι μένει μετέωρο, ακυβέρνητο, ν' απολαμβάνει το θρόϊσμα των χρωμάτων πάνω στα βράχια του Να.

Κάθομαι μαζί της και νοιώθω πως κάτι περιμένει. Δεν απλώνεται στους ορίζοντες που η ψυχή μου αποζητά και ορίζει. Είκοσι χρόνια εδώ στην ίδια θέση βάφτισε την ψυχή της σε ό,τι εγώ τώρα εισβάλλω σαν κατακτητής.

Λίγα μίλια μακρυά σαν να συντελείται μια άλλη ιερουργία.

Κι' ίσως νάναι αυτή που λικνίζει τις σκέψεις της Βαγγελιώς, ανάμεσα στη βαρβαρότητα των καιρών και στο αβάσταχτο της αδυναμίας μας.

Σε λίγες ώρες θα φύγω επιστρέφοντας σ' αυτή την βαρβαρότητα, δίνοντας τέλος σ' ένα καλοκαίρι σύντομο. Συντρέχουν οι λόγοι να είμαι εθυμοτυπικός. Όμως λίγες ώρες και για ελάχιστες στιγμές θα μένω εδώ στη βεράντα της, πίνοντας το κρασί τ' αγαπημένου της Γιάννη, που

πιο πέρα φτιάχνει τη βάρκα του, ανυπόμονος να την έχει έτοιμη πριν φθάσει το σκοτάδι.

Σαράντα χρόνια είχα να δώ τη Βαγγελιώ. Από τότε που σκορπίσαμε στους οκτώ ανέμους και στις δεκάδες θύελλες που διάβηκαν από πάνω μας. Φτάνοντας εδώ τη συνάντησα τυχαία στο μαγαζί ένα πρωϊνο, το πρώτο της άφιξής μου. Άκουσα τη φωνή της και τις αλήθειες που πάντα εκτόξευε σαν βέλη. Και...

...αφού δακρύσαμε γι' αρκετή ώρα μείναμε βουβοί ως το δειλινό. 

Λίγα μίλια μακρυά σαν να συντελείται μια άλλη ιερουργία.

Δεν ήξερα που βρίσκεται ο Μανώλης. Δεν τον θυμόμουν παρά ελάχιστα. Κι' αυτό το ελάχιστα ήταν οι στιγμές εκείνες που γράφουν την ιστορία που θ' αναγνώσουν οι μύστες στους μαθητές των. Δεκαεφτάχρονο παλληκαράκι να χώνεται μιαν άγρια νύχτα κάτω από τις ερπύστριες και να αρπάζει από του χάροντα τα δόντια ένα κορίτσι. 

Δεν μιλήσαμε γι' αυτά με την αδελφή μας τη Βαγγελιώ. Δεν μιλήσαμε για σένα Μανώλη. Ούτε και για τους άλλους. Αποχωριστήκαμε για να ξανανταμώσουμε στο νησί που διάλεξε η Βαγγελιώ ν' αδράξει τη δύναμη των βράχων και την αύρα της θάλασσας που ενώνει ψυχές και γνέθει όνειρα για μιαν άλλη χαραυγή.

Λίγα μίλια μακρυά συντελέστηκε μια ακόμη ιερουργία.

Έφυγες χωρίς να προλάβουμε να σε χαιρετίσουμε. Ίσως να ξέραμε, ίσως νάξερες πως βλέπαμε κείνες τις στιγμές μαζί το ίδιο φώς ν' ανακλάται πάνω στου Αιγαίου τα κύματα, πως είναι στερνή σου πεθυμιά να μην χωρίσουν οι δρόμοι μας.

Έφυγες. Από το κάστρο του νησιού που διάλεξες μυστικά να εικονίζεις την Ύπαρξη, αναζητώντας στα άψυχα την αιτία της γένας μας.

Τ' αντίδωρο της φυγής το γλύκανε ο χρόνος. Γιατί όψιμα πάντα μας έρχεται η αλήθεια που εκπέμπουν αυτοί που ζυμώνουν την ιστορία.

Έφυγες νικητής αν και ποτέ δεν το επεδίωξες. Και μας άφησες μιαν ελπίδα, απόσταγμα μιας ματιάς αστραφτερής, που θάμπωνε τον ήλιο, απάντηση στο ειδεχθές άλγος των ημερών.


Καλή αντάμωση Μανώλη.
Εκεί που θα αναδύεται η μυρωδιά του γιασεμιού και των ονείρων σου.
Εκεί που θα πάψει κάποτε να είναι ήττα η αναχώρηση.