Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Επετειακό

τιμώντας τη μνήμη με άλλα λόγια

του vang
από τη συλλογή διηγημάτων Χάρτινα Ποδήλατα
εκδόσεις των συναδέλφων

Ο γιατρός ανατρίχιασε όταν άκουσε το ανακοινωθέν στο ραδιόφωνο…
"Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους"
Πόλεμος ! …. Πάλι !

Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από το '22. όταν εικοσάχρονο παιδί ακόμα έφυγε από τη Σμύρνη κυριολεκτικά μόνο με τα ρούχα που φορούσε. Ήταν απ' τους τυχερούς…
Όλα αυτά τα χρόνια κατάφερε να σπουδάσει δουλεύοντας σε δουλειά γραφείου, αφού ήταν μορφωμένος. Πήρε το πτυχίο του στην Αθήνα, πήρε και υποτροφία και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Εκεί γνώρισε συναδέλφους Έλληνες πρόσφυγες, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τη μικρή αδελφή του συγχωριανού του και φίλου του…

Σήμερα, τον Οκτώβριο του '40, μπορούσε πια να θεωρηθεί νοικοκύρης…Εϊχε το γιατρείο του, πού αλλού, στη Νέα Ιωνία, είχε την πελατεία του, το πρωί άνθρωποι του μεροκάματου που άφηναν ό,τι είχαν…, αν είχαν. Αλλά και όλοι οι πρόσφυγες που έφτιαξαν τον πυρήνα της εμπορικής και βιομηχανικής ζωής της Ελλάδας, πελάτες και μακρινοί συγγενείς ήταν, και έβγαινε το μεροκάματο.

Είχε το αμαξάκι του για να πηγαίνει στις επισκέψεις. Είχε το σπιτάκι του στην Κυψέλη, ένα κοριτσάκι που μόλις έκλεισε τα τέσσερα και τη γυναίκα του έγκυο στο δεύτερο. Είχε όλα τα αγαθά του Θεού.

Και τότε… πόλεμος…
Είχε ζήσει τον πόλεμο. Οι εικόνες και η φρίκη του ζωντάνεψαν ξαφνικά. Είχε ήδη πατήσει τα 40. Δεν ήταν και μικρός, θα μπορούσε να μην πάει… Ένας πόλεμος φτάνει στη ζωή κάθε ανθρώπου. Έχει και οικογένεια τώρα να προσέχει. Δύσκολες μέρες…

Έλα όμως που είχε δώσει τον όρκο… Το τιμούσε ο γιατρός τον όρκο του… τον είχε και κρεμασμένο σε κάδρο στο γιατρείο του να τον βλέπει κάθε μέρα. "Ο ΟΡΚΟΣ ΤΟΥ ΙΠΠΟΚΡΑΤΗ", τυπωμένος σε ένα χαρτόνι που έμοιαζε με περγαμηνή, μέσα σε μια ξύλινη φθηνή κορνίζα με τζάμι μπροστά.

Ποτέ δεν αισθάνθηκε ότι κάνει επάγγελμα. Υπηρέτης ένοιωθε των άλλων και λειτουργός της επιστήμης του. Δεν υπήρχε καν δίλημμα. Οι υπηρεσίες του ήταν απαραίτητες στους συμπατριώτες που έφευγαν μαζικά με τα τρένα για το μέτωπο. Και όχι μόνο σε αυτούς…

Κατατάχτηκε. Επίατρο τον έκαναν, του δώσανε και μια στολή αξιωματικού και του ανέθεσαν το Νοσοκομείο της Άρτας. Από 'κεί χρειάστηκε όχι λίγες φορές να πάει με τα νοσοκομειακά στην πρώτη γραμμή, να φροντίσει και να μεταφέρει τραυματίες στο νοσοκομείο. Αλλά και όταν ήταν στο νοσοκομείο χρειάστηκαν ατέλειωτες ώρες και ατέλειωτα ξενύχτια για να οργανώσει και να διδάξει και να εμπνεύσει τους εθελοντές και τις εθελόντριες νοσοκόμες.

Ατέλειωτα παλικάρια που ξεψυχάγανε και άλλα που τα σώνανε, ατέλειωτα πόδια που κόβονταν, αλλά και άλλα που με ξενύχτια μαζί με νοσοκόμες κατάφερναν να σώσουν. Για Έλληνες και για Ιταλούς το ίδιο. Ο Ιπποκράτης δεν τους αντιμετωπίζει διαφορετικά…

Δυο τρία γράμματα στο σπίτι, τόσα μόνο κατάφερε να στείλει μέσα στο απάνθρωπο πρόγραμμα της κάθε μέρας στη γυναίκα του…"Να προσέχεις το παιδί και τον εαυτό σου…Εγώ είμαι καλά. θα τα πούμε σύντομα".

Πέρασαν οι μήνες. Γιόρτασαν τις ανέλπιστες, ανεξήγητες νίκες της ελληνικής προέλασης στη Β. Ήπειρο, στείλανε κάμποσους τραυνατίες στα σπίτια τους. Ο Απρίλης ήρθε μαζί με τη γερμανική επίθεση στα οχυρά… Η αντίσταση γενναία, αλλά οι λιγοστοί μαχητές υποσκελίζονται. Μέσα στον Απρίλη φτάνει η εντολή…

Ο ελληνικός στρατός συνθηκολόγησε. Παραδώστε τη Διοίκησή σας… Διοίκηση, ποιά διοίκηση, νοσοκόμες και γιατροί και τραυματίες και αποθήκες με λιγοστά φάρμακα και τρόφιμα.
Δεν παραδίδω τίποτα, σκέφτεται. Όλα αυτά ανήκουν στους Έλληνες. Μαζεύει τους γιατρούς και τις νοσοκόμες. "Να μείνουν όσοι είναι από εδώ κοντά να προσέχουν τους τραυματίες που δεν κινούνται. Οι υπόλοιποι φύγετε, πάτε σπίτια σας, βοηθήστε και όσους τραυματίες μπορούν να κινηθούν να πάνε σπίτια τους και αυτοί."

Ανοίγει τις αποθήκες να πάρει ο κόσμος ό,τι χρειάζεται, φάρμακα, κουβέρτες. Έρχονται δύσκολες μέρες.

Ώρα να φεύγει και αυτός. Η οικογένεια στην Αθήνα τον χρειάζεται.
Γυρνάει το βλέμμα να δει τα λιγοστά του υπάρχοντα. Ένα μπαουλάκι της υπηρεσίας με λίγα ρούχα, δυο τρία βιβλία, μια δυο φωτογραφίες της οικογένειας και κάμποσα πιστόλια που παρέδιδαν διάφοροι τραυματίες Ιταλοί που μάζευε στο πεδίο της μάχης. Δεν ήθελε να αφήσει τα πιστόλια τους στους κατακτητές. Πως να τα κουβαλήσει όμως.

Σε μια γωνιά της αποθήκης υπήρχε ένα παλιό ψιλοσκουριασμένο ποδήλατο. Απ' αυτά με το διπλό σίδερο που είχαν μετέπειτα οι ταχυδρόμοι. Έλα όμως που δεν είχε μάθει ποτέ του να οδηγεί ποδήλατο. Στη Μικρά Ασία, όταν ήταν παιδί, ήταν σπάνια, και τα χρόνια της προσφυγιάς δεν του έδωσαν την ευκαιρία να μάθει. Αλλά το ποδήλατο κυλά και μπορεί να σηκώσει και φορτίο. Δένει λοιπόν το μπαουλάκι με τα υπάρχοντά του και τα πιστόλια των Ιταλών στη σκάρα και ξεκινά πεζός, κυλώντας το φορτωμένο ποδήλατο στο πελυρό του, για να φτάσει ύστερα από μιάμιση εβδομάδα πορείας στην οικογένειά του στην Αθήνα…
Και συνεχίζει να τιμά τον όρκο του όλη τη δύσκολη περίοδο της κατοχής…

******

Πολλά χρόνια μετά, παιδί του Δημοτικού, όταν άρχισα να μαθαίνω και για την ιστορία της πατρίδας μου και να διαβάζω τα κατορθώματα του '40, μού δημιουργήθηκε η απορία και ρώτησα:
"Εσύ παππόύ τί έκανες το '40;"
"Εγώ παιδί μου, ήμουνα και γιατρός. Έκανα απλώς τη δουλειά μου".

Ο παππούς μου δεν έμαθε ποτέ ποδήλατο.
Τα πιστόλια δεν τα είδα ποτέ. Τα μοίρασε, άκουσα, στην Κατοχή στους αντιστασιακούς…
Το μπαουλάκι το έχω ακόμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.