Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

όπως, όταν μυρίζεις γιασεμί


Στιγμές στιγμές τρέχει η ματιά μου στις χαραμάδες π' αφήνει το πέταγμα των αποδημητικών στον ουρανό. Φεύγουν, λυτρωμένα από δεσμά χειμώνων.

Κι' είναι τούτη η συνείδηση που εκτοπίζει κάθε μνήμη, αδειάζει το λογικό και τότε το μάτι μένει μετέωρο, ακυβέρνητο, ν' απολαμβάνει το θρόϊσμα των χρωμάτων πάνω στα βράχια του Να.

Κάθομαι μαζί της και νοιώθω πως κάτι περιμένει. Δεν απλώνεται στους ορίζοντες που η ψυχή μου αποζητά και ορίζει. Είκοσι χρόνια εδώ στην ίδια θέση βάφτισε την ψυχή της σε ό,τι εγώ τώρα εισβάλλω σαν κατακτητής.

Λίγα μίλια μακρυά σαν να συντελείται μια άλλη ιερουργία.

Κι' ίσως νάναι αυτή που λικνίζει τις σκέψεις της Βαγγελιώς, ανάμεσα στη βαρβαρότητα των καιρών και στο αβάσταχτο της αδυναμίας μας.

Σε λίγες ώρες θα φύγω επιστρέφοντας σ' αυτή την βαρβαρότητα, δίνοντας τέλος σ' ένα καλοκαίρι σύντομο. Συντρέχουν οι λόγοι να είμαι εθυμοτυπικός. Όμως λίγες ώρες και για ελάχιστες στιγμές θα μένω εδώ στη βεράντα της, πίνοντας το κρασί τ' αγαπημένου της Γιάννη, που

πιο πέρα φτιάχνει τη βάρκα του, ανυπόμονος να την έχει έτοιμη πριν φθάσει το σκοτάδι.

Σαράντα χρόνια είχα να δώ τη Βαγγελιώ. Από τότε που σκορπίσαμε στους οκτώ ανέμους και στις δεκάδες θύελλες που διάβηκαν από πάνω μας. Φτάνοντας εδώ τη συνάντησα τυχαία στο μαγαζί ένα πρωϊνο, το πρώτο της άφιξής μου. Άκουσα τη φωνή της και τις αλήθειες που πάντα εκτόξευε σαν βέλη. Και...

...αφού δακρύσαμε γι' αρκετή ώρα μείναμε βουβοί ως το δειλινό. 

Λίγα μίλια μακρυά σαν να συντελείται μια άλλη ιερουργία.

Δεν ήξερα που βρίσκεται ο Μανώλης. Δεν τον θυμόμουν παρά ελάχιστα. Κι' αυτό το ελάχιστα ήταν οι στιγμές εκείνες που γράφουν την ιστορία που θ' αναγνώσουν οι μύστες στους μαθητές των. Δεκαεφτάχρονο παλληκαράκι να χώνεται μιαν άγρια νύχτα κάτω από τις ερπύστριες και να αρπάζει από του χάροντα τα δόντια ένα κορίτσι. 

Δεν μιλήσαμε γι' αυτά με την αδελφή μας τη Βαγγελιώ. Δεν μιλήσαμε για σένα Μανώλη. Ούτε και για τους άλλους. Αποχωριστήκαμε για να ξανανταμώσουμε στο νησί που διάλεξε η Βαγγελιώ ν' αδράξει τη δύναμη των βράχων και την αύρα της θάλασσας που ενώνει ψυχές και γνέθει όνειρα για μιαν άλλη χαραυγή.

Λίγα μίλια μακρυά συντελέστηκε μια ακόμη ιερουργία.

Έφυγες χωρίς να προλάβουμε να σε χαιρετίσουμε. Ίσως να ξέραμε, ίσως νάξερες πως βλέπαμε κείνες τις στιγμές μαζί το ίδιο φώς ν' ανακλάται πάνω στου Αιγαίου τα κύματα, πως είναι στερνή σου πεθυμιά να μην χωρίσουν οι δρόμοι μας.

Έφυγες. Από το κάστρο του νησιού που διάλεξες μυστικά να εικονίζεις την Ύπαρξη, αναζητώντας στα άψυχα την αιτία της γένας μας.

Τ' αντίδωρο της φυγής το γλύκανε ο χρόνος. Γιατί όψιμα πάντα μας έρχεται η αλήθεια που εκπέμπουν αυτοί που ζυμώνουν την ιστορία.

Έφυγες νικητής αν και ποτέ δεν το επεδίωξες. Και μας άφησες μιαν ελπίδα, απόσταγμα μιας ματιάς αστραφτερής, που θάμπωνε τον ήλιο, απάντηση στο ειδεχθές άλγος των ημερών.


Καλή αντάμωση Μανώλη.
Εκεί που θα αναδύεται η μυρωδιά του γιασεμιού και των ονείρων σου.
Εκεί που θα πάψει κάποτε να είναι ήττα η αναχώρηση. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.