Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020

για να μη χάνουμε την ψυχή μας-2

μετά από ένα μήνα...
...να τι βρήκα

τη γλυσίνα να μου θυμίζει την απουσία μου από τη μεγάλη της γιορτή


τις μαγιοπούλες αφού σπόριασαν μας αποχαιρέτισαν βοηθούντος και του Νίκου

την αγαπημένη όλων αιωνόβια άσπρη συκιά κατά γης. ένας ανεμοστρόβιλος τσάκισε το αδύναμο κορμί της. μας άφησε όμως τα παιδιά της (λουμάκια) και σε δύο χρόνια θα καρπίσουν
  

την γέρικη χελώνα καρότα-καρότα
την πέταξε στο δρόμο ο "γείτονας" γιατί του έτρωγε τα καρότα.

τη "μαμά" Δέσποινα να ταϊζει τα δύο ορφανά που δεν ευτύχησαν
 να γνωρίσουν τη μανούλα τους.
τα βάφτισα Τρίσω και η Μιμίκα 

 ...και τ' άφησα έτσι
(μετά από τέσσερα δεκαοκτάωρα δουλειάς, ούτε που σκέφτεσαι για φαγητό
 και για ύπνο...)





Φωτιά: ένα θαυματουργό εργαλείο. μεσημεράκι με 3-4 μποφόρ και  μια μάνικα στο χέρι τα ξαπλωμένα και ξερά καίγονται στο έδαφος χωρίς κανένα κίνδυνο. φρεσκάρεται το χώμα, καίγονται τα όποια εναπομείναντα ζιζάνια, απομακρύνονται λόγω της στάχτης τα ερπετά. 

και ....
η μόνη μου πολυτέλεια: ένας καφές στην παραλία.

για να μη χάνουμε την ψυχή μας-1

...γιατί όταν το ποθείς το "παιδί" δεν ξερριζώνεται ποτέ από μέσα σου.

Επίσκεψη στο χωριό πριν ένα μήνα και βάλε...

στο μετόχι του Χρήστου
(γενητούρια)


  
στον κήπο 
σαν ν' αγριέψαμε κάπως
(ας όψεται η καραντίνα)




στο μισακό

μισακό λέμε τη εταιρική (μεταξύ δύο οικογενειών) καλλιέργεια.

στο μποστάνι του γείτονα
(πάντα θαύμαζα ετούτη την πόα που μας χαρίζει τον πιο μεγάλο και γλυκό καρπό.
καρπόυζι το λένε και δεν κουβαλά ένα τυχαίο όνομα)



  εδώ το απωθημένο μου
αυτοφυής άγρια αγγινάρα που απλώνεται σε όλα τα χέρσα χωράφια.
Για "όσους ξέρουν από ούζο" ο πλέον περιζήτητος μεζές.

Τις βράζουμε για κάνα δυό ώρες χωρίς τα φύλλα στην κατσαρόλα και μετά τη σερβίρουμε.
οι τυχεροί τραβούν τη στίβα με τα αγκάθια και μένει το πεντανόστιμο κοτσάνι. 

Στην υγειά μας



Κυριακή, 31 Μαΐου 2020

πού πάνε οι Μάηδες όταν φεύγουν ;

εγώ, ως άπιστος Θωμάς,
χωρίς να τσιγκουνευτώ τον αυτοχλευασμό
και μη κατέχοντας καμμιάν αλήθεια
πορεύομαι συμφιλιωμένος με τις πλάνες μου,
σε πείσμα των φτηνών και βέβαιων καιρών.
κι’ όπως τα μαρμάρινα αγάλματα
πεθαίνουν λευκά, ευσεβώς σκεπτόμενα,
υπάρχουν οι λέξεις, οι συνομήλικες του φωτός
και της μεγάλης αφαίρεσης,
που οδηγούν στην αναβάπτισή τους.

τούτος ο πλούτος και ο ευτελής χρόνος μου
αν δικαιούνται κάποιον έπαινο
είναι γιατί αφιερώθηκαν στην ανιδιοτελή Επιστροφή.

οι Μάηδες των μεγάλων τοκετών

υπήρχε μία γαλήνη τότε στον ορατό μας κόσμο και ένας θαυμασμός για τον αόρατο. μαζί  και η αιδημοσύνη να τον αγκαλιάσουμε για να γίνει κομμάτι της αυριανής μας ύπαρξης, να γίνει μια σκάλα για την απεραντοσύνη.

θα είμασταν τεσσάρων χρόνων. οι μαγιάτικες νύχτες ήταν οι πιο γλυκές νύχτες του χρόνου. πλημμυρισμένες από χρώματα, από ήχους απόκοσμους, από μυρωδιές συνεσταλμένες, ίσα να μας αγγίξουν, ίσα να μας ταξιδέψουν στο μυστικό τους βασίλειο. και το φεγγάρι που κυριαρχούσε στον ουρανό, έστελνε το αινιγματικό του φως, πότε λαμπερό και πότε συγκρατημένο. δεν υπήρχαν ερμηνείες τότε, δεν μας χρειάζοταν. μας αρκούσε η μαγεία της στιγμής, όλα γίνονταν σαν ένα παιγνίδι έρμαιο των αισθήσεων. και όσες απορίες είχαμε για να χτίζουμε τον κόσμο μας, πνίγονταν από τη μητρική σιγουριά. κι' η μάνα το φχαριστιόταν μ' εκείνη τη γαλήνη τη δανεισμένη από τη σκοτεινή μήτρα της γέννησης. σαν να ήθελε το μυαλό μας να ψηλαφίζει το αόρατο και μόνο. και θαρρώ πως εύχονταν να μείνουμε παιδιά για πάντα, ταξιδευτές μοναχικοί, αλαφροπατώντας πάνω στη γη.


φεγγαράκι μου λαμπρό...

τέτοιες ώρες μας έβγαζε η Μάνα βόλτα στον φρεσκοστρωμένο  δρόμο. μας άρεσε η ξάπλα, ανάσκελα στην μυρωδάτη άσφαλτο, οι αναδεύσεις των κορμιών μας πάνω τη σκληρή της επιφάνεια. και η Μάνα άρχιζε ν' αφηγιόταν ιστορίες παρμένες από κόσμους ανέγγιχτους κι' αυτή η πουπουλένια αφήγηση μας νανούριζε, γλύκαινε τα αισθητά, τα έντυνε με το θεϊκό πέπλο των μη-αισθητών. και γινόταν χάδι το πέταγμα της νυχτερίδας, απόκοσμη μουσική το ζουζούνισμα του κουνουπιού, ευλογία το ούρλιασμα του τσακαλιού, καλωσόρισμα η λαλιά των πουλιών...
   πήγαινε νυφίτσα μου,
 να μετρήσεις την άμμο της θάλασσας
 τα κύματα της θάλασσας 
και μετά' έλα να πάρεις τα πουλιά...
...σιγοντάριζε η μάνα.

και σαν ξεφάντωνε ο ήλιος τότε άλλαζαν τα χρώματα και στο πρόσωπο της μάνας ζωγραφίζονταν η έγνοιες της ημέρας μα το τραγούδι των πουλιών στο ξύπνημά τους, οι αναστεναγμοί των καρπουζιών στο χωράφι, κατέγραφαν τη μεγάλη ευεργεσία που γλύκαινε τον κάματο κι' άπλωνε το σεντόνι της δικαιοσύνης για την απολαβή.

η αυγούλα

πώς να τα αγνοήσεις όλα αυτά
μυρωδιασμένα από τη νυχτιάτικη αύρα
στολισμένα από το άδολο φως της αυγής.

ο Μάης ο μαγικός, που μας μεθούσε με την ξυπολυσιά και τ' αλόγιστα ταξίδια, με τις μυρωδιές της φρεσκοσκαμμένης γης, με τη γύρη του χαμομηλιού και το κόκκινο της παπαρούνας, με το πλάγιασμα του ήλιου πάνω στις μαργαρίτες, με τις ευγνωμονούσες πασχαλιές και τις παρήγορες αναστάσεις,  με το Σάββατο των ψυχών, με τα λικνίσματα των ξωτικών στην άκρη του προσκεφαλιού μας- άγγελοι στην αιώνια περιπλάνηση στις νύχτες μας.

και να γιατί ο αφέντης ήλιος ποτέ δεν διαγράφει τις πατημασιές των ξωτικών σαν ανώφελα σημάδια στο ταξίδι της ζωής, γιατί  τα πουλιά θα σιωπήσουν, η πλάση θα οργισθεί, οι πηγές θα στερέψουν. κι' ο Μάης μένει για πάντα ο καιρός της γαλήνιας προσμονής και της καλοσύνης, για να είναι η μεζούρα  στα χρόνια των αειθαλών κοριτσιών.

κι' επειδή λένε πως...
όπως το καλό κρασί πίνεται τον τόπο του
και ο καρπός γεύεται κάτω από το δένδρο του,
έτσι και οι λέξεις μεγαλύνονται εκεί που συμβαίνουν...

έτσι και η αφήγηση ετούτη γράφτηκε λίγες μέρες πριν στον τόπο της για να αποφύγει τα ανίερα.


φωτο: από το παληό αναγνωστικό της πρώτης δημοτικού
μουσική: Άκης Πάνου
την πρωτάκουσα έφηβος πια μια μαγιάτικη νύχτα από το κασετόφωνο ενός φορτηγού.

 για τις εικόνες που συντρόφευαν τη γραφή ετούτη ευχαριστώ την Ε.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2020

Περί φιλοζωίας και άλλων δαιμονίων


Λένε πολλοί πως οι φιλόζωοι αγαπούν τα ζώα γιατί μισούν τους ανθρώπους. Ίσως γιατί δεν γνωρίζουν πως οι ίδιοι οι άνθρωποι μισούνται μεταξύ τους, ακόμη και αν δεν επιδεικνύουν το μίσος τους με την ανθρωποφαγία. Εκτός κάποιων εξαιρέσεων "κηδεμόνων" ζώων που καλύπτουν μέσω της κηδεμονίας τις εγωϊστικές τους ανάγκες, οι φιλόζωοι προσπαθούν διδαχθούν την άδολη αγάπη των ζώων προς τον άνθρωπο. 

Θυμάμαι τη μητέρα μου που έβλεπε τα ζώα σαν αντικείμενο ικανοποίησης οικογενειακών αναγκών. Έσφαζε τις κότες χωρίς κανέναν ενδοιασμό, κυνηγούσε τις "ξένες" γάτες όταν πλησίαζαν στην αυλή μας. Σήμερα αυτά δικαιολογούνται στη συνείδηση των περισσότερων σαν ένας κανόνας της επιβίωσης σε δύσκολους καιρούς.

Ασυνείδητα από παιδί απέφευγα το κρέας. Το ίδιο και ο πατέρας μου. Κάθε Κυριακή το φαγητό στο σπίτι ήταν κάτι κρεατικό. Συνήθως κοτόπουλο ή κουνέλι. Σπάνια αρνί ή κατσίκι και καθόλου μοσχάρι. Στα χωριά μας το μοσχάρι ήταν για πολλές οικογένειες άγνωστο έδεσμα.

Κάποια μέρα, θυμάμαι, πως ο πατέρας μου θύμωσε, γιατί η μάνα μου ήθελε να διώξουμε τη Σπίθα από το σπίτι. Η Σπίθα ήταν ο φύλακας του σπιτιού για πάνω από δέκα χρόνια.

-τρώει μόνο κρέας είπε, δεν τρώει πια ψωμί...θα χλαπακώσει τις κόττες...σε λίγο θα φάει κι' εμάς....
και ο πατέρας μου μη ξέροντας πολλά γράμματα, μέχρι τη δευτέρα τάξη του σχολαρχείου είχε πάει, της απάντησε...

Αλεξάνδρα ξέρεις πολλά ζώα να έφαγαν ανθρώπους ... ξέρεις κανέναν χριστιανό που έγινε άγιος να πήγε από θηρίο ; ... ακόμη και στην φάκα (εννοούσε την αρένα) που τους έριχναν μαζί με τα πεινασμένα λιοντάρια κανένας δεν βλάφτηκε στο παραμικρό... λέγε, ξέρεις κανέναν άγιο ;

Η Μάνα ήταν θρησκόληπτη, όχι θρησκευόμενη. Ο Πατέρας δεν ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Απλά πήγαινε στην εκκλησία όποτε τον καλούσαν να ψέλνει. 

-λέγε, ξέρεις κανέναν άγιο που βλάφτηκε από λιοντάρι ; Όλοι από ανθρώπου χέρι αγίασαν.

Ποτέ δεν ξέχασα αυτή τη βεβαιότητα του πατέρα μου, αλλά δεν είχα τρόπο να την επαληθεύσω. Μέχρι που η γνωριμία μου με τον κ. Δημήτριο Μαυρόπουλο, εκδότη (εκδ. Δόμος) και η έκδοση του τρίτομου έργου Συναξαριστής του Νικοδήμου του Αγιορείτου μού έδοσε την ευκαιρία να το επιβεβαιώσω. Ξεφυλλίζοντας μία προς μία τις 2.100 σελίδες του έργου και διαβάζοντας πάνω από 1.500 βίους αγίων κατάλαβα πως η θεία πρόνοια και οι επί γής εκτελεστές της δεν επέτρεψαν ποτέ τέτοια αγιοσύνη.


Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί είτε από την ίδια την εν ζωή αγιοσύνη των εν τη αρένα χριστιανών, είτε από την σοφία των ίδιων των τετράποδων.

"ὁ ἐξαποστέλλων πηγὰς ἐν φάραγξιν, ἀνὰ μέσον τῶν ὀρέων διελεύσονται ὕδατα· 
ποτιοῦσι πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ, προσδέξονται ὄναγροι εἰς δίψαν αὐτῶν· 
ἐπ᾿ αὐτὰ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσει, ἐκ μέσου τῶν πετρῶν δώσουσι φωνήν. 
ποτίζων ὄρη ἐκ τῶν ὑπερῴων αὐτοῦ, ἀπὸ καρποῦ τῶν ἔργων σου χορτασθήσεται ἡ γῆ. " 
Δαυίδ, Ψαλμός ΡΓ


υγ. δεν κατατάσσομαι στους χριστιανούς, ούτε κάνω κατήχηση. Αναγνωρίζω στην υμνογραφία και την αγιογραφία την ανθρώπινη εξύμνηση του Θείου. Απ' όπου και αν αυτό εκπορεύεται.

Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

Αλ. Παπαδιαμάντη-"Βαρδιάνος στα Σπόρκα"

Αλ. Παπαδιαμάντη-"Βαρδιάνος στα Σπόρκα"

Απόσπασμα από το διήγημα Βαρδιάνος στα Σπόρκα που πρωτοδημοσιεύθηκε σε σειρά επιφυλλίδων στην εφημερίδα Ακρόπολις από τις 14 Αυγούστου έως τις 5 Σεπτεμβρίου του 1893.


Αφηγείται την ιστορία της γρια-Σκεύως, που μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (καράβια ευρισκόμενα σε καραντίνα εξαιτίας μολυσματικής νόσου), προκειμένου να σώσει το γιο της που ήταν αποκλεισμένος μέσα σε ένα από τα καράβια.
Ιστορικός πυρήνας του διηγήματος είναι η χολέρα που έπληξε την Ευρώπη το 1865 και τα αυστηρά μέτρα προφύλαξης που έλαβαν οι τότε ελληνικές κυβερνήσεις.

Άκρως επίκαιρες οι επισημάνσεις του συγγραφέα που καθόλου δεν απέχουν από ανάλογες τη σημερινή εποχή και δη εν μέσω της πανδημίας 

Το απόσπασμα αντιγράφτηκε από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του Αλ. Παπαδιαμάντη σε έκδοση της "Εστίας" του 1998. Στην έκδοση διατηρήθηκε ως είχε η ορθογραφία του πρωτοτύπου, εδώ μεταφέρεται αυτούσια σε μονοτονικό.

Ολόκληρο το διήγημα εδώ (με διορθωμένη την ορθογραφία) όπου μπορείτε να περιπλανηθείτε στη άκρως γλαφυρή και εξόχως γλυκόπικρη μαγεία της αφήγησης.


...Δεν λέγομεν ότι οι άνθρωποι του τόπου ήσαν εκτάκτως κακοί. Αλλού ίσως είναι χειρότεροι. Αλλά το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της Ελληνικής διοικήσεως. Θα έλεγέ τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες, δια να αποδειχθή ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν. Αλλά ταύτα δεν είναι του παρόντος. Όπως και εν έχη, αληθεύει ότι εις την ερημόνησον, την χρησιμεύουσαν ως αυτοσχέδιον λοιμοκαθαρτήριον, το κρέας επωλείτο υπό ελαστικής συνειδήσεως κερδοκόπων αντί τριών δραχμών κατ’ οκάν, ο άρτος αντί ογδοήκοντα λεπτών και ο οίνος αντί δραχμής. Όσον δια το νερόν, επειδή το μόνον πηγάδιον το υπάρχον επί της ερημονήσου, κατήντησε να πωληθή προς δύο δραχμάς η στάμνα.

Φυσικά, η μεγάλη πληθύς των υπό κάθαρσιν ταξιδιωτών ήσαν άνθρωποι πτωχοί. Ολίγοι μεταξύ αυτών ήσαν εύποροι. Οι κερδοκόποι απέθετον τα εμπορεύματά των εις την άκραν της απωτάτης ακτής της ερημονήσου, ελάμβανον τα λεπτά των και έφευγον. Η χολέρα δυνατόν να κολλά εις κάθε πράγμα, αλλά εις τα χρήματα όχι.

Ελέχθη, ότι οι πλείστοι των ανθρώπων, των παρασταθέντων τότε ως θυμάτων της χολέρας, απέθανον πραγματικώς υπό πείνης. Ίσως να μην υπήρξεν όλως χολέρα. Αλλά υπήρξε τύφλωσις και αθλιότης και συμφορά ανήκουστος. Οι άνθρωποι, όλοι πάσχοντες, εσκληρύνοντο κατ’ αλλήλων εις επίμετρον, και καθίστων την δεινοπάθειαν απείρως μεγαλυτέραν.

Οι εύποροι εκ των καθαριζομένων εσκληρύνοντο κατά των πτωχών, και εμέμφοντο αυτούς ως παραιτίους της δυστυχίας δι’ αυτής της παρουσίας των. Οι πτωχοί εσκληρύνοντο κατά των ευπόρων και τους ητιώντο ως προκαλούντας την ακρίβειαν των τροφίμων δια της παρουσίας των. Όλοι ομού οι υπό κάθαρσιν ταξιδιώται εσκληρύνοντο κατά των κατοίκων της πολίχνης και τους κατηγόρουν επί ασυνειδήτω αισχροκερδεία και σκληρότητι, ενώ το αληθές ήτο ότι δέκα μόνον άνθρωποι εκ της εμπορικής και τυχοδιωκτικής τάξεως, ήτις πουθενα δεν λείπει, ήσαν οι αισχροκερδείς και οι σκληροί εκμεταλλευταί της δυστυχίας. Οι κάτοικοι της πολίχνης εσκληρύνοντο κατά των ταξιδιωτών, και εμίσουν αυτούς, διότι είχον έλθει να τους φέρωσι την χολέραν. Κακή υποψία, δυσπιστία και ιδιοτέλεια, χωρούσαν μέχρι απανθρωπίας, εβασίλευε παντού. Όλα ταύτα ήσαν εις το βάθος, και ο φόβος της χολέρας ήτο εις την επιφάνειαν. Θα έλεγέ τις, ότι η χολέρα ήτο μόνον πρόφασις, και ότι η εκμετάλλευσις των ανθρώπων ήτο η αλήθεια. Το δαιμόνιον του φόβου είχεν εύρει επτά άλλα δαιμόνια πονηρότερα εαυτού και είχε λάβει κατοχήν επί του πνεύματος των ανθρώπων…

Πρόσθετες πληροφορίες: Όλα τα υπό καραντίνα καράβια προσάραζαν στη νήσο Μεγάλη Τσουγκριά η δε πολίχνη είναι η σημερινή χώρα της Σκιάθου. 

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2019

...και έσται η εσχάτη ήττα χείρων της πρώτης

....Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα
Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες
Και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
.....
(Άννα Αχμάτοβα)

δεν  έτυχε ποτέ να βρίσκομαι στη μεριά των νικητών. ακόμη και να μοιραστώ λίγη από την αφελή νίκη των κατά καιρούς συνοδοιπόρων μου. η μοιρασιά θέλει όνομα και 'γώ προτιμώ την ανωνυμία και τη λησμοσύνη της θαλπωρής μιας στέγης. ακόμη και τις φορές που φάνηκε πως με προσέγγισε η εύνοια της ιστορίας, απομακρυνόμουν. ίσως να φταίνε οι φόβοι μου, ίσως οι φόβοι των άλλων να διαλύσουν τους δικούς μου.

και βλέπω τούτες τις ώρες πως ό,τι φοβόμουν οσονούπω καταφθάνει.

οι νίκες μου δεν διέθεταν παρόν. και αυτό που δεν έζησα ήταν η πρώτη μου ήττα. κι ήλθε και ο καιρός η αιώνια πλάνη να δώσει τη θέση της στην εσχάτη και μεγαλειώδη ήττα μου. μ' αυτήν αγκαλιασμένος θα φύγω χωρίς να γνωρίζω για το πού.

κάποιος έπρεπε να έχει πει τα πράγματα με το ονομά τους: ότι η εμπάθεια σπέρνει μίσος και το μίσος σκοτώνει τη ζωή.  και όποιου δεν συγχωρείς τις αδυναμίες και τα λάθη του, αυτός παίρνει των ομματιών του για το πουθενά. στις αποσκευές του τα λάθη του και το κρίμα της μοναχικότητάς του.

κι αν είναι ασυγχώρητος είναι γιατί δεν είπε τα πράγματα με το όνομά τους, για κανέναν άλλο λόγο.
...
από καρπού των έργων Σου, χορτασθήσεται η γή.

διατήρησα το δικαίωμα να επαίρομαι για την εντιμότητά μου χωρίς να το ασκήσω ποτέ. για την αλήθεια των λέξεών μου. γι' αυτές τις λίγες λέξεις που γνώριζα. αυτές που μιλούσαν για τα έργα των χειρών μου, για τα κουρασμένα μου βήματα, για την αλμύρα του προσώπου μου, για το γερμένο κορμί μου.
***
μην ψάχνετε για αναλογίες. άλλωστε τα ρολόγια μου ήταν πάντα ξεκούρδιστα και η καμπάνα μου σιωπηλή.  όμως θα σας πώ ότι φοβόμουν την εμπάθειά σας. και τις ύβρεις σας και τα ψέματά σας. και προτίμησα να μην σας ακολουθήσω. για την ακρίβεια ποτέ δεν σας ακολούθησα.

φύγατε. και επαίρεσθε για την εντιμότητά σας, για το ό,τι αποποιηθήκατε τις καρέκλες. Ξέρατε πολύ καλά ότι στις επερχόμενη αναμέτρηση εκείνου του φθινοπώρου δεν σας περίμενε κανένα βολικό μετερίζι. κι έτσι έγινε και ξανάγινε. και σήμερα ξαναγίνετα:  

δύο εποχές έχουν οι αναμνήσεις
την πριν την ελπίδα
και την μετά

ένα σκιτσάκι έτσι για το γαμώτο.

ο χρήσιμος ηλίθιος της εξουσίας

Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Η Μάνα

"αγάπα να θυμάσαι. 
τίποτα δεν έχει ζωή αν δεν ακουμπάει στις μνήμες"

είχε πεί μια φορά η μάνα. και από τότε αγάπησα τούτο το διήγημα.

Πλάγιασα εκείνη τη νύχτα-φοβερή νύχτα του Δεκέμβρη-μέσα σ’ ένα ανεμόμυλο του Τρουμπέ. Πλάγιασα, μα δεν κοιμήθηκα. Ο δρόλαπας έξω σάρωνε απ’ άκρη σ’ άκρη τον Κάμπο κι έκανε τους δρόμους αδιάβατους. Χίλιες φωνές και μύριοι χτύποι άλλαζαν στο λεφτό. Μόλις ξεθύμαινε το αστραπόβροντο, άρχιζε ο βόγκος του ανέμου κι έπειτα των κεραμιδιών ο θρή­νος και των δέντρων ο δαρμός. Και στο αναμεταξύ πηδούσε άξαφνα αιματοπήχτρα η φωνή της κουκουβά­γιας, και κείνη πλάκωνε ανάρια ανάρια η κλαγγή της καμπάνας. Κατά τη χαραυγή όμως ησύχασαν τα πάντα και όταν σηκώθηκα, ήβρα το μυλωνά στον προσηλιακό, κοντά στη σταχτερή γάτα του, να μπαλώνει ένα τρυπημένο σακί.

– Καλή νυχτιά κι απόψε ε; του είπα μόλις τον καλημέρισα.
– Θαρρείς πως μια γυναίκα θα ’κανε λιγότερο, αν της άρπαζαν το παιδί; με ρώτησε κείνος, κοιτάζον­τας περίεργα.

Τον κοίταξα και γω περίεργα, χωρίς να καταλαβαίνω τι έχει να κάμει μια νύχτ’ αγριεμένη με μια γυναίκα που της αρπάζουν το παιδί. Μα ο Γιαννάκης Ξηνταράς, ο μυλωνάς, βρέθηκε πρόθυμος να μου αποδείξει πως έχει και παραέχει και μου διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία:

– Κοίτα δεξιά τους βράχους του Σανταμερού· κοίτα και ζερβά το κάστρο του Χλεμούτσι. Και τα δυο κάστρα τα έχουν χρόνους τώρα και καιρούς δυο νεράι­δες αδερφάδες. Μα κι οι δυο τους είχαν μια χαρά και μια λύπη. Εκείνη που πήρε το Χλιμούτσι χαιρότανε γιατ’ ήταν όμορφη και λυπόταν γιατί δεν είχε παιδιά.

Η άλλη που πήρε το Σανταμέρι λυπόταν γιατ’ ήταν άσκημη και χαιρόταν γιατ’ είχε παιδιά. Τα παιδιά, βλέπεις, είναι η μοναχή ευτυχία στα σπίτι. Όταν τα έβλεπε, το ένα να κυλιέται στο πάτωμα, τ’ άλλο να πηδά και να γελάει χωρίς αίτια, το άλλο να θέλει με το καλάμι να φτάσει το Θεό, λησμονούσε την ασκημιά της και όλα. Αν τηραζότανε καμιά φορά στον καθρέ­φτη κι έβλεπε το σύζαρο πρόσωπό της, τραβιότανε πίσω κι έλεγε χαμογελώντας:

– Τα νιάτα μου τα ’δωκα στα παιδιά μου.

Κι αλήθεια είχε πέντε σερνικά όμορφα σαν αχτίνες. Είχε κι ένα κοριτσάκι ίδια η Πεντάμορφη!

Μα η άλλη νεράιδα, που είχε το Χλιμούτσι, τι να ειπεί και πώς να παρηγορηθεί! Τι κι αν ήταν γαλανομάτα κι όμορφη; Τι κι αν έδινε το βιος της για να την κάμει ταίρι ο Αράπης της Αυλακιάς; Τι κι αν τα Ξωτικά του Λίντζη χαλούσανε τον κόσμο με τα ταμπουρλονιάκαρα, την ομορφιά της τραγουδών­τας. Όταν θυμόταν – και τα θυμόταν κάθε λίγο και λιγάκι, η δόλια! – πως ήταν μοναχή, καταμόναχη, στο κάστρο της· πως οι αυλές κι οι πόρτες και τα δώματα έμεναν έρημα, βουβά, ανατριχίλα την έπιανε κι έπεφτε του θανατά. Κι όλο έκλαιε, έκλαιε. Γιατί τάχα και κείνη να μην έχει ένα παιδί; Γιατί Θε μου, γιατί διάτανε! να μην έχει ένα παιδάκι, μικρό, παχουλό, ροδοκόκκινο παιδάκι, να κλώθει τα σγουρά του μαλλιά με τα δάχτυλά της, να δένει στο λαιμό της τα μικρά χεράκια του, να γελάει με το αθώο του γέλιο, να παίζ’ η γλωσσίτσα του λέγοντας αδιάκοπα:

– Μάνα, μανούλα μου γλυκιά!…

Μια μέρα που πήγε στην αδερφή της και γνώρισε την ευτυχία που χαρίζουν τα παιδιά, κόντεψε να τρελαθεί από τη θλίψη της.

– Να σου ειπώ, καημένη, δε μου δίνεις και μένα ένα παιδάκι; της είπε με τα δάκρυα στα μάτια.
– Τι το θες:
– Να το ’χω συντροφιά. Γένουμε τόσο κακά μοναχή μου! Αρρωσταίνω.
– Ου καημένη! Δε δοξάζεις το Θεό, που σε φύλαξε από δαύτα!

Η άσκημη έκανε τάχα πως είναι βαργομισμένη από τα παιδιά.

– Πάρε όποιο θες· είπε τέλος στην αδερφή της. Έτσι κι έγινε. Όταν έφυγε το βράδυ, πήρε μαζί της και το καμάρι του Σανταμεριού, την όμορφη κόρη της άσκημης νεράιδας.

Πέρασαν μήνες και καιροί, μα ούτε την αδερφή ούτε την κόρη της είδε πια η άσκημη. Χάνει μια ημέρα την υπομονή, κινάει και πηγαίνει στο Χλιμού­τσι. Μα βρίσκει το κάστρο έρημο και βουβό, τις πόρτες μανταλωμένες, χορταριασμένα τα δώματα. Χτυπάει τις πόρτες, δέρνει τους τοίχους, φωνάζει, κλαίει, μα τίποτα. Η νεράιδα η όμορφη με την όμορφη κόρη παίζει μέσα και γελάει και κάνει πως δεν ακούει τη μάνα, τη θλιβερή μάνα, που χτυπιέτ’ έξω και δέρνεται για την κόρη της, για την ίδια της την ομορφιά!…

Ο γερο-Ξηνταράς έκοψε εδώ το λόγο του, έκλεισε άλλη μια τρύπα του σακιού του και με κοίταξε κατάματα. Βέβαια ο μυλωνάς κάπου ήθελε να καταντήσει· μα περίμενε πρώτα να τον παρακινήσω. Έτσι και τα βόδια γνωρίζουν τα τέλος του δρόμου τους, μα στέκονται κάθε τόσο προσμένοντας το κεντρί του ζευγολάτη.

-Έτσι; τον ρώτησα.
– Ναι, είπε· και ξακολούθησε αμέσως. Από τότε η άσκημη δεν έχασε την ελπίδα να πάρει πίσω την κόρη της.. Κάθε τόσο κινάει και πηγαίνει στο κάστρο. Μα πριν κινήσει στολίζεται με τα καλύτερα ρούχα της· βάνει τα λαμπρότερα διαμαντικά και παίρνει μαζί όλες τις δούλες και τις βάγιες της με βιολιά και λαγούτα. Και σαν κινήσει, όλα περίγυρα ψυχωμένα κι άψυχα αναγαλλιάζουν. Ο ουρανός λάμπει ασυνέφιαστος· η θάλασσα στέκει ακυμάτιστη· ο πλατύς κάμ­πος ανθίζει και μοσχοβολεί, όλα τα ζωντανά γλυκο-ζευγαρώνουν, πυρώνουν τα δεντρικά και στα χωριά ζεχειλίζε η χαρά, λες κι είναι Λαμπρή. Κι από το ένα βουνό ως το άλλο, φυσά στο διάβα της εν’ αεράκι, γεμάτο από μύριες αηδονόστομες λαλιές.

Μα όταν φτάσει στο κάστρο και το ιδεί σιδερομανταλωμένο κι άφωνο, παίρνει ολόγυρα τους πύργους κι αρχίζει με φωνή θλιμμένη και παρακαλεστική να ζητεί την κόρη, από την αδερφή της. Την ζητεί και της τάζει το Σανταμέρι με τους μεγεμένους κήπους και τ’ αεροκάμωτα παλάτια· με τις βρύσες τις δια­μαντένιες και τις μαργαριταρένιες σκάλες και τις ολό­χρυσες αυλές και τις ψηφιδωτές πόρτες και τους τοίχους τους σκαλιστούς. Και τέλος της τάζει να είναι κείνη κυρά κι αφέντρα ν’ αφεντεύει και τούτη να γίνει δούλα της να τη δουλεύει και πλύστρα της να την πλένει· να τρώει τ’ αποφάγια της, να πίνει τ’ απονιψίδια της, φτάνει να έχει μαζί την κόρη της τη χαϊδεμένη.

Τέτοια κι άλλα της τάζει. Μα κείνη κάνει πως δεν ακούει της αδερφής τα λόγια. Τότε απελπισμένη από την αδερφή γυρίζει γλυκομίλητη στην κόρη της και ­της τάζει. Της τάζει άντρα τής κάτω γης το γιο, διαμάντι το ρουμπίνι, που είναι τρανός και δυνατός σαν δράκος κι είν’ η γενιά του μεγάλη και πλατιά κι η μάνα του βαθύπλουτη και φοβερή.

Όμως από μέσα δεν απαντούν παρά τραγούδια κι όργανα, γέλια και χαρές, που μεγαλώνουν την οργή της. Και τότε αρχίζει να καταριέται τη σκύλα και παράνομη αδερφή. Τσαλαπατεί τα ρούχα και τα δια­μαντικά της, σκίζει με τα νύχια τα μάγουλα, ξεπλέκει τα μαλλιά της, σκούζει και ρυάζεται σαν ρύσος. Στηθοχτυπά τους τοίχους, γροθοκοπεί τις πόρτες, αδράζει με τα δόντια της τ’ αγκωνάρια, δέρνει και κλωτσά τ’ άψυχο χτίριο ώσπου πέφτει ξερνώντας αίμα και αφρούς. Οι δούλες τότε τη σηκώνουν να τη φέρουν στο Σανταμέρι. Μα στο γυρισμό της δεν είναι η χαρού­μενη μάνα, που πάει να πάρει το παιδί της. Είναι οργισμένη νεράιδα, δρόλαπας αρματωμένος με νερά και χαλάζι και σιφούνους. Η θάλασσα δέρνεται και βογκά σαν να νιώθει της μάνας τον καημό. Ο ουρανός σκοτεινιάζει θολώνουν τα τρεχούμενα νερά. Τα δεντρικά στρώνονται κοψομεσασμένα στο χώμα. Οι φοράδες απορρίχνουν και κακό θανατικό πλακώνει τα χωριά. Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει κι ακούεται στον άλλον κόσμο το κλάμα της.

Μωρέ! δεν είδα να μην έφαγε και τις φτερωτές του μύλου!…

Και ο Γιαννάκης Ξηνταράς, ο μυλωνάς, πήδησε από το κάθισμά του και πήγε να ιδεί μην έφαγε ο δρόλαπας τις φτερωτές του μύλου του.

Η Μάνα-Ανδρέα Καρκαβίτσα
"Άπαντα"-Εκδόσεις Εστία 1962