Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

η νύχτα των ρουσσαλιών


τη νύχτα των ρουσσαλιών άναψε ένα κερί στην 'ξώπορτα 
να ξεθαρρέψουν οι ψυχές. βάλε στο παραθύρι 
ένα ποτήρι νερό να ξεδιψάσουν απ' το μεγάλο τους ταξίδι. 

κάθε χρόνο τέτοιες μέρες θυμάμαι τα λόγια αυτά. ευχή και υπόσχεση που χωρίς βαρυγκομιά κουβαλιέται από μνήμη σε μνήμη, αιώνες τώρα. θρύλλος και δοξασία παμπάλαιη στα μέρη μου, που έγινε βίωμα και καμμιά νεωτερικότητα δεν μπόρεσε ούτε μια στιγμή να ξεριζώσει. 

λέγαν πως τούτο το καλόπιασμα ήταν μια αίτηση συγχώρεσης από αυτούς που αφήσαμε να φύγουν χωρίς να προλάβουν να δώσουν το χέρι τους σε όσους το ζήτησαν. μα και ευχή γι' αυτούς που έφυγαν από τη ζωή χωρίς να προλάβουν να δούν τα όνειρά τους να βγαίνουν αληθινά. 

να θυμάσαι, μούλεγε η μάνα μιλώντας στην παδική μου ψυχή, κάθε χρόνο δέκα μέρες μετά την Ανάληψη, τη νύχτα των ρουσαλιών, σαν δείς τις κωλοφωτίτσες, να ξέρεις πως είναι οι ψυχές των ανθρώπων που σε αγάπησαν. έρχονται από τον ουρανό να συντροψέψουν τα όνειρα όσων έχουν την έγνοια.περιτιγυρίζουν στις αυλές και τους κήπους, ανάμεσα  στις νυχτοσκιές των κήπων τους, θέλοντας ν' αφουγκραστούν όσα οι ψυχή τους ψιθυρίζει. 

έτσι κάθε χρόνο με το απόσωμα της παρασκευής, παιδιά εμείς, όλα τα παιδιά, φροντίζαμε για την υποδοχή των αθόρυβων και διακριτικών αυτών επισκεπτών. από τ' απόγευμα μαζεύαμε τα πιο όμορφα του κήπου μας λουλούδια, καμμιά φορά και κανέναν καρπό από τα δέντρα, στολίζαμε με το λευκό κεντητό τραπεζομάντηλο το τραπέζι της αυλής μας. σαν νύχτωνε ανάβαμε τη μισοκαμένη λαμπάδα της Ανάστασης και με δροσερό νερό γεμίζαμε το καλύτερο ποτήρι του σπιτιού. κι' όλη τη νύχτα με τεντωμένες τις ακρωτηριασμένες από την κούραση αισθήσεις μας περιμέναμε ν' ακούσουμε το αλαφροπερπάτημά τους, το νερό να μεταγγίζεται με τη βραδύτητα που η ακατέργαστη αίσθηση της αιωνιότητας επέτρεπε, ο κήπος να ανασαίνει βαθειά σαν μια ξαφνική μπόρα άνοιξης να πέρασε από πάνω του. και αναπλάθαμε ανάκατα με τα όνειρά μας το φτερούγισμά τους, το αλαφροπάτημά τους στο σπιτικό μας.

κι' έλεγαν πως δεν έπρεπε να βγούμε έξω γιατί ο κήπος μας για μια νύχτα γινόταν το άβατο αυτών των επισκεπτών. δεν θέλουν να φανερώνεται η δωρεά τους μας έλεγε η μάνα. και το άλλο πρωί, σαν το πρώτο κοτσύφι έπιανε το τραγούδι του, εμείς γεμάτοι περιέργεια σκαρίζαμε στην αυλή και τον κήπο, πασχίζοντας να αιχμαλωτίσουμε την αλλόκοτη φρεσκάδα που άφησε τούτη η ξεχωριστή νύχτα. ΄ 

αιώνια η προσμονή αυτής της ευλογημένης νύχτας, λαχτάρα φουντωμένη από την αναμονή  η έλευση αυτού του πρωϊνού. θησαύρισμα καιρών που η βεβαιότητα μιας αιωνιότητας έχτιζε τις ψυχές μας. τότε που η αθωότητα περιφρονούσε το θάνατο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.