Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

είδα Τον Άνθρωπο

είδα τον άνθρωπο να σπαρταρά από τον τρόμο του θανάτου και κοίταξα τον ουρανό και ξανά τη γή των λίγων τετραγωνικών που ανήκουν στον καθένα κι είδα Τον Άνθρωπο να καλοπιάνει τον τρόμου του να του χαϊδεύει το ματωμένο πρόσωπο, να τον σφιχταγκαλιάζει στα γόνατα, μπας και λακίσει ο τρόμος και ο σπασμός και κοίταξα ξανά στον ουρανό, ανάμεσα στις φυλλωσιές των δέντρων που έδειχναν το δρόμο μας και έκρυβαν από τα μάτια του θεού τα σκιώδη και ξανά πίσω, ώσπου Τον άκουσα να μου λέει φέρε χαρτομάντηλα και εγώ δεν είχα χαρτομάντηλα κι έτρεξα δίπλα στο μαγαζί και έφερα χαρτοπετσέτες πολλές να σταματήσουν το αίμα και τα σωθικά του νού που ξεχύνονταν στις κρύες και βρωμερές πλάκες του πεζόδρομου, ίσως γιατί κατά πως ψιθύριζε ο καθείς μέσα του, εκεί ανήκαν, γέννημα μιας παγερής νύχτας και μιας βρώμικης ψυχής κι είδα ξανά Τον Άνθρωπο και ξανά και ξανά, τώρα Αυτόν κοιτούσα, να χάνει τη μάχη Του να πνίγεται στην απελπισιά Του κι εγώ Τον πλησίασα και Του είπα λόγια αλλόκοτα για τη στιγμή κι Αυτός δεν μ' ακουγε, μονάχα αναθεμάτιζε το ασθενοφόρο και σαν να το πήρε απόφαση σήκωσε το σώμα του άλλου, του μισητού, τόφερε πάνω στο πεζούλι και τώρα έβλεπαν όλοι πως νικιέται ο θάνατος σαν τον εχθρό σου πάρεις αγκαλιά την ώρα που αυτός ζητήσει και εκείνος θέλησε νεκροζώντανος μιαν αγκαλιά να γευθεί με τον τρόμο να σέρνει την πεθυμιά του τη στερνή, κι είδε τότε, πρόφτασε να δεί, πως η αγάπη είναι ο μόνος νικητής του θανάτου.
Αχ, χαμπίμπ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.