Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

χρωστάω


χρωστάω. σε νόμισμα που κανείς άλλος δεν θα δεχόταν. παρά μόνο Αυτός που μου δώρησε τ' ανεκτίμητο. έχοντας το ακατάσχετο, λογαριάζω μια μέρα να ξεπληρώσω. αν και ξέρω πως Αυτός ποτέ δεν θα μου ζητήσει τα οφειλόμενα. η οφειλή μας είναι να υπάρχουμε μέσα από των άλλων τις ζωές. ποτέ μακρυά τους, ποτέ ξένοι. είναι το αντίκρυσμα μιας πίστης θεμελιωμένης γερά μέσα μας, η επίγνωση αυτής της οφειλής είναι ευτυχία. και ο πόθος να υπάρχουμε μας ανεβάζει ένα σκαλί πιο πάνω, λιπαίνει τη μετριότητα. έτσι έρχεται ο κατακλυσμός της αρμονίας του κόσμου. που ανατρέπεται σαν αρνείσαι την οφειλή των άλλων, γιατί αρνείσαι τη δική σου οφειλή. ξέχωρα τεφτέρια είναι αγάπη χωρίς αντίκρυσμα. μαζί διασχίζουν τα τρίσβαθα της ψυχής, συσκοτίζοντας την όρασή της. καμμιά φορά μας ξεγελάει η φωτεινότητά του φεγγαριού. νομίζουμε ότι κάθεται μπροστά από τα σύγνεφα. είναι η χρεία του να το φέρουμε στα μέτρα μας. μ' αυτό στέκει εκεί, πάντα πίσω και μακρυά από τα προσωρινά, τηρώντας το ισοζύγιο των συν και πλην. στο τέλος προκύπτει  πως το κάθε τί γύρω σου οφείλει. τα άψυχα παίρνουν την ταπεινότητα του οφειλέτη. η γάτα γίνεται πότε Δήμητρα και πότε Περσεφόνη. τα λουλούδια εκπέμπουν της νύχτας τ' απόσταγμα, οι καρποί απλώνονται στα εύγνωμα χέρια σου, τα δέντρα ντύνονται τη φορεσιά της έγνοιας και η έρημος, με το πράο της αγκάλιασμα, μια θάλασσα που θέλει να σε αμείψει με τον δικό της παράδεισο. ξέρεις πόσα χρωστάς, αγνοείς πόσα σου χρωστάνε. κάθε βράδυ λίγο πριν τα μεσάνυχτα βγάζω το δικό μου Ζ, κάνω ταμείο οφειλών. μια καθημερινότητα απαραίτητη, πνιγμένη στην ηδονή του απύθμενου ισοζυγίου. από μια βροχή πιο δυνατή από την μπόρα, του καθενός τη βροχή. γίνεσαι όλος θύμιση, ύλη σκορπισμένη στο χρόνο που δαμάζουν δρόμοι παράλληλοι και πορείες συμπίπτουσες. η ηδονή του οφείλω σε έξαρση αιώνων. χρωστάω, έρωτα ορισμός. γονατίζοντας στο αυτονόητο προσεύχομαι να μην ξοφλήσω ποτέ.