Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

οι ζωές των άλλων


μνημονεύω Απόντες αυτή την εποχή. τη μοναχική, την αποκαμωμένη από τις άλλες. όντας αποκλεισμένος σ' αυτή την πόλη, σε τόπους που πληγώνουν. πάνω στη σβελτάδα να κλείσω λογαριασμούς του καλοκαιριού, να τιθασσέψω ελλείμματα του φθινοπώρου, μπας κι ο χειμώνας που έρχεται γητέψει την άγρια άνοιξη. στοχοπροσήλωση, λες και οι ζωές μας προορίζονται για έναν χειμώνα, μια άνοιξη, ή ένα καλοκαίρι. ποτέ για τον ενιαίο χρόνο. ξέρω, δεν αρμόζει να μνημονεύεις ανθρώπους που φύγαν πνιγμένος στον κουρνιαχτό μιας χειμάζουσας εποχής. τίποτα δεν τους δίνεις, τσιμπολογάς μόνο κομμάτια της ζωής τους για να τα κάνεις δική σου σημαία. οι απόντες ποτέ δεν θα τόκαναν. αποτολμώ τη βεβήλωση.

πάνε μήνες πολλοί που διάβασα ένα βιβλίο για την Τίνα Μοντόττι κι από τότε πολλές ήταν οι ευκαιρίες που ήθελα κάτι να μνημονεύσω από αυτήν. κάτι που δεν ήταν γραμμένο στο βιβλίο, απλά θαρρώ πως κρυβόταν καλά μέσα στις γραμμές του. στην Τίνα, σε όλους τους αναχωρητές, ανήκουν όλες οι εποχές αγκαλιασμένες σφιχτά, στάμπα σε μια σημαία, ματωμένη από τους χρόνους που τους κλάπηκαν, από τους δρόμους που περπάτησαν, από τις πόλεις που έζησαν και τις χώρες που άλλαξαν, ταξιδεύοντας με τις πτώσεις τους και τον έρωτα. σημαία που ύμνησαν όλοι οι πρωτόπλαστοι και αποκήρυξαν οι ανέραστοι εραστές της κόλασης. αυτή η σημαία μεσίστια κυματίζει στις δικές μου εποχές. αυτό είναι το κάτι, το μόνο ελαφρυντικό που θα μπορούσε να δικαιολογήσει αυτή τη βεβήλωση.

απρόσμενα ήρθε η ώρα για το ταξίδι τους στον κάτω κόσμο, ταξίδι μετ' επιστροφής για όλους, για να φέρουν πίσω τον νεκρό ποιητή, να σωθεί η Πόλη όπως θάλεγε και ο αρχαίος κωμικοτραγωδός στους βατράχους του. και έγινε τούτο το ταξίδι ανάχωμα στο ξεθώριασμα παληών φωτογραφιών, στον ακατάστατο τρόπο με την οποίο έρχεται η λησμονιά τους. γιατί οι πτώσεις τους ήταν το μεγαλείο της συμβίωσης των αρετών με τα ταπεινά της ψυχής μας, της δικής τους ψυχής. η πρώτη ύλη της συμπαγούς ύπαρξής του κόσμου και του χρόνου, η άρνηση του φόβου της οριστικής ήττας, που απαγορεύει στην απώλεια να γίνεται αβάσταχτη και στην απουσία αδιάφορη. χωρίς αυτή την ομολογία λειψή θα ήταν η ιστόρηση της ζωής μας, της δικής τους ζωής. οι αδιάφορες απουσίες διηγούνται για τον κόσμο εκείνων που δανείστηκαν τον χρόνο των άλλων με κείνη τη αυθάδεια σαν ο κόσμος ολάκερος να φτιάχτηκε γι' αυτούς.   

πριν λίγους μήνες έφυγε η Α.Μ πότε φίλη και πότε απλά γνωστή. στους επικήδειούς της άκουσα πάλι και πάλι πως ήταν μια ηρωϊκή, συνεπής, ακούραστη, αφοσιωμένη, φωτισμένη αγωνίστρια της αριστεράς, του λαϊκού κινήματος. τάμαθα όπως και πολλοί άλλοι με κάθε λεπτομέρεια. πως ξεκίνησε στο Ρήγα, πως δέθηκε με την αριστερά, πως ανήλθε στον κομματικό μηχανισμό, πόσες κορυφές -δίκαια- κατέκτησε, σε ποιούς κινδύνους έπαιξε τη ζωή της κορώνα-γράμματα, πόση γνώση απέκτησε. πώς, πότε, πόσα. τίποτα δεν έμεινε αναπάντητο γι' αυτούς που η ψυχή της δεν τους χαρίστηκε. και ένοιωσα κείνη την άχαρη στιγμή πως η Α.Μ θάφτηκε για πάντα. με ληξιαρχική πράξη έναν επικήδειο αντάξιο στους επιφανείς της ισοπεδωμένης Καρχηδόνας. μια ομαδική ταφή νεκρών σε τελετουργία που διανύει αιώνες περιήγησης με τον πανάρχαιο οδηγό να διασφαλίζει ότι θα αποδοθούν με αδέκαστη δικαιοσύνη τα εύσημα στον καθέναν κατά το μέτρο μιας κοινής πολιτείας. έτσι έφυγε, παρουσία όλων των επιφανών: του κόμματος, του κινήματος, της αριστεράς, της κοινωνίας. ούτε μια λέξη δεν ειπώθηκε που νάταν δική της, για τον άνθρωπο που εκπροσωπούσε κείνη τη στιγμή, που εκπροσώπησε όλα της τα χρόνια. ίσως γιατί κανένας δεν είχε δεί στη ματιά της την προσωποποίηση της έγνοιας, δεν είχε ανιχνεύσει στη χροιά της φωνής της τον πόνο.

είχε γράψει ο Πιοτρ Τσερέκοφ στο ημερολόγιό του: κοιτάξτε, σαν πεθάνω, στον τάφο μου μη γράψετε τίποτα για τους τίτλους και τα παράσημά μου, στην κηδεία μου μη μαρτυρήσετε τίποτα για την ανδρεία μου, την πίστη μου στο κόμμα, την προσφορά μου στην επανάσταση. πείτε αν θέλετε για κείνο το σκύλο που πλήγωσα με μια πέτρα τη νύχτα, που μετά από τη δωδεκάωρη συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής μου απονεμήθηκε το παράσημο της Κόκκινης Σημαίας. για τα αυτονόητα δεν καυχιέσαι ποτέ.

το ημερολόγιό του δεν έπεσε ποτέ στα χέρια της αγαπημένης του. εκείνη μια καλοκαιρινή νύχτα έφυγε, άγνωστο για πού και δεν θέλησε ποτέ να τον συναντήσει. στα μελαγχολικά του απογεύματα καθόταν και της έγραφε. όσα από τα γράμματά του σκέφτηκε να της στείλλει, τα ταχυδρομούσε σε φανταστικές διευθύνσεις και δεν έφταναν ποτέ στα χέρια της. τα υπόλοιπα να άφησε να περιμένουν το ξεθώριασμα των καιρών.

μα ούτε αυτά, ούτε το ημερολόγιο τα διάβασε κανείς. λίγο πριν πεθάνει παρακάλεσε τους λιγοστούς πια φίλους του να τους πεί μερικά από τα μυστικά του. και τους είπε την ιστορία του σκυλιού στο πλατύσκαλο της κεντρικής επιτροπής, τους είπε και για τη γυναίκα της ζωής του που έφυγε μια νύχτα του καλοκαιριού, πληγωμένη από τις πτώσεις του. αυτή ήταν η ζωή μου, όχι αυτή που ξέρετε. μα εκείνοι δεν έκριναν πως πρέπει να τον ακούσουν. και στην κηδεία του μαρτύρησαν για κείνα που αυτός δεν ήθελε. σαν να ενταφιαζόταν η δική τους ζωή, ακούστηκε το δικό τους θέλημα. ζωή που υποθηκεύτηκε για άλλων οράματα και σκοπούς. και ούτε για την πέτρα που σήκωσε από την αυλή της κεντρικής επιτροπής μαθεύτηκε κάτι. πως βρέθηκε κείνη η πέτρα στον κήπο, γιατί το σκυλί ούρλιαζε κείνη τη νύχτα στα πόδια του Ι.Τ, ποιά βαθειά επίγνωση τον έκαναν να κλάψει για τις πληγές του σκυλιού. τίποτα δεν μαθεύτηκε από όλα αυτά. τον έθαψαν με τα παράσημα μιας αδιάφορης καθημερινότητας, στεγνής καθώς την έλεγε σαν λείπει ο έρωτας που δροσίζει του νου την έρημο.

κοίτα να βάψεις το ταβάνι σαν φύγω. βρες ένα χρώμα που να ταιριάζει στη ζωή μας, το τραντίσιοναλ γέλοου, κωδικός 170 στο δειγματολόγιο της μπένζαμιν μουρ. ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε από το στόμα της, που διάβασε στα μάτια της ο Ιγνάθιο Moντέρες. από τότε και χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει εκείνη χάθηκε, ποτέ δεν είδε το ταβάνι που ο Ι.Μ έβαψε, ποτέ δεν ξαναφάνηκε στο δρόμο του. αυτά ιστόρησε μετά από χρόνια ο Ι.Μ στην κόρη του. τίποτα δεν έμαθα από τη ζωή της, αγνοώντας τα πάντα για τη δική μου ζωή.

μια μέρα εκτροχιασμένη από τις ράγες της καθημερινότητας η σημερινή. έξω φυσά ή βρέχει. και η κουλουριασμένη στα πόδια μου γάτα δεν θέλει να ξεδιαλύνει το πρωτόγνωρο γι' αυτήν σύμπλεγμα της φύσης. προσηλωμένη στο καθήκον της μένει ακίνητη στα πόδια μου. με την παραμικρή μου κίνηση σηκώνει το κεφάλι, με κοιτά στα μάτια και μου λέει ότι ξέρει πολλά για τη δική μου ζωή, γιατί είναι βέβαιη πως μπορεί να ζεί και μετά από μένα. αποφεύγουμε και οι δυό μας να σκεφτούμε περισσότερο πάνω σ' αυτό. απαλλάσσομαι διακριτικά από το αγκάλιασμά της να ρθώ να πω μια καληνύχτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.