Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

το ζύγι


Τότε ήταν που λύγισα. Μόλις είχα κάνει λίγα βήματα από το ερειπωμένο διαμέρισμα των προσφυγικών της Λεωφόρου, εκεί όπου μια αλγερίνα μάνα με τα δύο της παιδιά είχε βρεί προσωρινό καταφύγιο. Λίγες κουβέρτες, κάποια τροφή για τη νύχτα, για το κρύο που θάδερνε τα όνειρά τους. Ακρυλικά βοηθήματα σε ναυαγισμένους από μια τρικυμία που δέρνει τους καιρούς μας.

Στάθηκα στον απογευματινό παγωμένο αέρα να μετρήσω τις αντοχές μου, αναλογιζόμενος τις αντοχές της μάνας, ζυγιάζοντας υποθετικά τη ζεστασιά του κόρφου της που έμελλε νάταν το πιο πολύτιμο σκέπασμα για τις ψυχές των παιδιών της.

Τότε σαν ψίθυρος βγήκε από μέσα μου, αντίδραση στο βολόδερμα του ανέμου: δεν έχεις το δικαίωμα να φύγεις. Να μείνεις εκεί να δείς τί θα πεί κρύο, πείνα, ερημιά, νύχτα που αποστερεί τον ύπνο, που αποδιώχνει τα όνειρα. Κι' έκανα να γυρίσω πίσω, να επαναλάβω με πιότερη ζεστασιά την ευχή, Καληνύχτα, να υποσχεθώ πως αύριο το πρωϊνό θάρθω ξανά. Να τολμήσω να αγκαλιάσω τη μάνα με τα δύο της παιδιά, να βρώ τον τρόπο να φύγει από 'κεί, τη δύναμη ν' ανταλλάξουμε την πρόσκαιρη στέγη μας.

Δεν ξέρω αν θα καταλάβαινε, δεν ξέρω αν ανίχνευε ότι από την επαίσχυντη εκπλήρωση της φιλανθρωπίας μου, ένοιωθα πως μου έλειπε το πιο ουσιαστικό, το φώς.  

Κι' ήταν ο νούς που στροβιλίζονταν εκείνη τη στιγμή, διασχίζοντας όλες τις εκδοχές μιας αληθινής προσφοράς, ήταν η ψυχή που ακολουθούσε και τα μάτια που δανείζονταν από την ψυχή τ' αστάλλακτο βούρκωμα. Και είπα πως για να γίνει το δάκρυ βροχή, να ποτιστεί το χώμα, πρέπει ο νούς να τρέξει, να διαβεί τον κόσμο των ονείρων κι' εκεί ν' αναζητήσει τ' απάγκιο του.

Και τ' Όνειρο να ξετυλιχτεί πάνω σ' ένα κρεβάτι, κάτω από βαμβακένια σκεπάσματα, μ' ένα φώς που γλυκαίνει τη νύχτα. Νάναι γλυκειά η αγκάλη της μάνας, νανουριστικά τα παραμύθια της, γένα η προσμονή της.

Και σαν το δάκρυ ξεθαρρεμένο τόλμαγε να προβάλλει στον έξω κόσμο, ερχόταν να γκρεμοτσακιστεί στα βράχια ενός φόβου, αυτό δεν γίνεται, δεν μπορώ να το κάνω, τί θα πούν στο σπίτι, τί θα πούν...

Σαν να κατεβαίνει ένας διακόπτης που κόβει κάθε γέφυρα με αυτό που ονειρεύεσαι, μ' αυτό που θάπρεπε να κάνεις. Το ξέρω, σε πολλούς συμβαίνει αυτό. Κάνουμε "αυτό που μπορούμε" είναι η στεγνή απολογία μας, είναι η κόκκινη γραμμή που δεν πρέπει ο νούς να διαβεί, ακολουθώντας της ψυχής μας το βάδισμα.

"Κάνουμε αυτό που μπορούμε" και μόνο. Σαν μια δικλείδα ασφάλειας, χωρίς να δοκιμάσουμε να διαβούμε αυτό το όριο, ίσως γιατί φοβόμαστε το άγνωστο, της ψυχής μας το αλαφροϊσκιωτο, των ονείρων μας το χάραγμα. Και τότε είναι που τα όνειρά μας παύουν να φωτίζουν τους δρόμους μας. και απ' εκεί ξεκινά η ατραπός που οδηγεί στην αποξένωση από την αλήθεια, στην παραίτηση και τελικά στην ακύρωση των όποιων υποσχέσεών ή των πράξεών μας.

Δεν αρκεί να δωρίσεις κάποιες κουβέρτες στον άστεγο, να του δώσεις λίγο φαϊ. Δεν αρκεί να μείνεις μια νύχτα στα προσφυγικά, άλλωστε είναι lagre

Όμως το ν' αφήσεις το δάκρυ να κυλήσει, να πάρουν χρώματα οι ανταύγειες της ψυχής, χρώματα που να σφάζουν, ν' ανακαλείς τις μνήμες από τ' ανέφικτα της ζωής σου πρωϊνά, σου επιτρέπει να σηκώνεις τα όνειρα στους ώμους σου, αποκηρύσσοντας τον κόσμο των φόβων, τον κόσμο της ανάγκης που αναδίνει διαρκώς τη μυρωδιά του σκοτεινού διαμερίσματος των προσφυγικών. 

Το θέλει η ψυχή να ζυγιαστεί στη ζυγαριά του μέλλοντός μας ; 

1 σχόλιο:

  1. εκεί όπου μια αλγερίνα μάνα με τα δύο της παιδιά είχε βρεί προσωρινό καταφύγιο. Λίγες κουβέρτες, κάποια τροφή για τη νύχτα, για το κρύο που θάδερνε τα όνειρά τους. Ακρυλικά βοηθήματα σε ναυαγισμένους από μια τρικυμία που δέρνει τους καιρούς μας.

    -----------------

    Καλή δύναμη με υγεία και αλληλεγγύη στους δίσεκτους τρικυμιώδεις καιρούς μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.