Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

τ' όνειρο στου Ιωσήφ


ψηλά φωτογραφίες χορευτών


και κάτω στη γή καμμιά εικοσαριά όλοι κι' όλοι, κάθονταν άλλοι στα τραπέζια, άλλοι στο περβάζι του παραθύρου κι' άλλοι όρθιοι με την πλάτη στο ψυγείο, στου Ιωσήφ το μαγαζί, μέρες πούρχονται, να βρεθούμε είπαμε. Γιατί ως τον άλλο χρόνο ποιός ξέρει που θάχουμε σκορπίσει, ποιός ορίζει τις στιγμές που αναβλύζει το δάκρυ το ολόφωτο μες στο σκοτάδι. καμμιά εικοσαριά όλοι κι' όλοι και κανένας ψιθυρισμός, ούτε μορφασμός, ματιές στο πέραν μόνο, ματιές που χάραζαν του καθενός τον ορίζοντα. να φυγαδευτεί από τα δεσμά του πρόσκαιρου το όνειρο, να μην βουρκώσει από την υγρασία των ματιών, που σε κάθε τραγούδι αναλαμπύριζαν, σαν τις πυγολαμπίδες της Ανάληψης, μες στο σκοτάδι του μαγαζιού. γιατί σκοτεινή ήταν κι' η αποψινή βραδυά, σκοταδιασμένες όλες οι βραδυές τούτα τα χρόνια.











και χαμηλά σταρ αποθαμένες



και τα μάτια μου καρφώνονταν εκεί, στη φωτογραφία τη μία και μοναδική της που μούλαχε να δώ, της Τίνας τη φωτογραφία, της Τίνας των άλλων καιρών μα απαράλλαχτων προσδοκιών και πόθων.

και κάτω στη γή πνίγονταν οι ορίζοντες στον καπνό κι' έρχονταν και κάθονταν όπου το δάκρυ ήταν πιο φωτεινό, πιο μεγάλο. λες και θα ξεδιψούσαν αποδαύτο, λες και θα κρατούσαν παράμερα τη θλίψη και την ανημποριά να καταλάβουν, 


και σαν ο Παναγιώτης έπιασε την κιθάρα κι αντήχησε η φωνή της Μελίνας, όλα τα σώματα στιβάχτηκαν για μια στιγμή πάνω τους, τα βλέμματα στα δάχτυλα και στις χορδές, τ' αυτιά στα χείλη της Μελίνας, ανάερες οι ψυχές έτσι πούβγαιναν οι καημοί, να πάρουν όλες κι' η κάθε μιά το μερτικό τους και μετά να σκορπιστούν εδώ κι εκεί, άλλη σε βουνά, άλλη σε θάλασσες, σε νησιά και πεδιάδες, σε λαγκάδια και ρεματιές, σε έμμορφα περβόλια, σ' ανάκτορα μυθικά, σ' αγκαλιές ερωμένων. και ξανά πίσω, στ' άλλο τραγούδι γρήγορα-γρήγορα, να κλέψουν άλλη έναν στίχο, άλλη μια λέξη, άλλη ένα κρεσέντο της φωνής ή μια μελωδία απόκοσμη και να ξανασκορπιστούν να μαζέψουν το νέκταρ των ανθών από του καθενός το όνειρο και να ξανάρθουν. ταξίδια στον άνεμο, ταξίδια πάνω σε χίλια δυο λουλούδια της άνοιξης, στης κάθε μιάς το λουλούδι, στης κάθε μιάς τ' όνειρο. Σαν της μέλισσας το ταξίδι τούτο το πήγαιν-έλα, που δεν σκιάζεται της περιπλάνησης τη μοναξιά, τ' αγέρωχο τ' ανέμου.

κι οι ώρες κυλούσαν σαν νερό, η μια στιγμή με την άλλη σφιχταγκαλιασμένες, μια κουκίδα στο χρόνο τούτο το παραμύθι, ώσπου να βγείς έξω, να παγώσει η ψυχή, ν' αναθαρρύσει ο νούς από το στοιχειό του κρύου αέρα, και να πεις πως τούτη η μοναξιά δεν αντέχεται, τρομαχτική του νού η μοναξιά. 

ξημέρωνε στις προσταγές μιας ζωής αμείλικτης ισορροπίας, όπου κουλουριάζεται η ψυχή πάνω από γόνατα ανήμπορα, στεγνώνουν τα μάτια, λησμονιέται το όνειρο, καταγράφεται σαν όλα τ' άλλα σ' ένα βιβλίο απωλειών, ξημέρωνε...

-Πόσα χρόνια Ιωσήφ... ;
-τί ρωτάς ;
-πόσα χρόνια έχεις το μαγαζί...
-δέκα επτά !
-μα ήλθε ο καιρός να το δώσω, δεν αντέχω άλλο...
-θέλω τη φωτογραφία της Τίνας πριν το δώσεις...
.....
-της Τίνας Μοντότι. Πες μου Ιωσήφ, που τη βρήκες.
-βλέπεις καμμιά Τίνα εδώ πάνω ;

και μούδειξε με το χοντρό του δάχτυλο στον τοίχο, λίγο πιο πάνω, κάτω από τους χορευτές, εκεί όπου ήταν κρεμασμένες οι φωτογραφίες των αποθαμένων star...

... μα η Τίνα δεν ήταν πια εκεί, λες και πέρασε σαν αερικό ανάμεσά μας και πέταξε μακρυά...

έφεξε πια η μέρα, το φώς της γκρέμιζε τη σκοτεινιά, έσβηναν της νύχτας τα όνειρα. η Τίνα δεν υπάρχει, μπορεί και να μην υπήρξε ποτέ...

όμως, που πήγαν...
τα τραγούδια που 'λεγα
όπου πολύ σ' αρέσαν ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.