Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

ο φόβος

ρετούς πάνω σε μια φωτογραφία έξω από τη Μουριά

χτυπούσε το κουδούνι κι' έλεγα ποιός πούστης νάναι τώρα. κατέβαινα μες στο σκοτάδι τα σκαλιά, κρυφοκοίταγα από το τελευταίο σκαλί την εξώπορτα. αν ήταν ο άνθρωπος της ΔΕΗ να κόψει το ρεύμα όλο και κάποιο χαρτί θα κράταγε στο χέρι του. αν ήταν ο δικαστικός κλητήρας θα κουβάλαγε μια τσάντα γεμάτη από επιδοτήρια. αν ήταν ο μπάτσος με πολιτικά θάκανε μπαμ. τελικά ήταν το παιδί με τα διαφημιστικά για πίτσες. έπαιρνα μια βαθειά ανάσα και του άνοιγα, ανταπόδοση του ήταν αυτός.

χτυπούσε το κινητό, μετά το σταθερό, απόκρυψη αριθμού, άγνωστος αριθμός. τ' άφηνα να χτυπάνε ξανά και ξανά. και σαν σταματούσαν έτρεχα στον υπολογιστή να ψάξω σε ποιόν ανήκει ο άγνωστος αριθμός. και μάθαινα, όχι πάντα, πως ήταν κάποιος δικηγόρος, ένας δικαστικός επιμελητής, μια εισπρακτική εταιρεία, μια τράπεζα. καταχωρούσα τον αριθμό νάχω το κεφάλι μου "ήσυχο". και με τον καιρό γέμισε η μνήμη από αριθμούς εφιαλτικούς. και σαν έχασα το κινητό ξανά κι από την αρχή.

με την αλληλογραφία είχα κόψει κάθε σχέση. με το που έφθαναν τα ραβασάκια δεν τ' άνοιγα καν. στα σκουπίδια, αφού πριν είχαν γίνει χίλια κομματάκια. μη πέσουν σε άσχετα χέρια, μη μάθει κανείς για νέα ζωή μου.

απενεργοποίησα κάθε λογαριασμό mail, κάθε site που ήταν γνωστά λόγω του επαγγέλματος, χάνοντας έτσι το μεγαλύτερο μέρος του ήδη πενιχρού εισοδήματος. κέρδισα την αδιαφορία. ήταν το αντίδωρο για μένα αλλά και η "ευεργεσία" για τους ανταγωνιστές που πάντα καιροφυλαχτούσαν. το "αδιαφορώντας εντελώς" διεγνώσθη ως κατάθλιψη.

όταν έρχονταν ειδοποιητήρια για συστημένα εκεί να δείς "πανηγύρι". πήγαινα στα ΕΛΤΑ και την τελευταία στιγμή που ήταν να παραλάβω το μπουγιουρντί "είχα ξεχάσει" την ταυτότητα. μάθαινα τον αποστολέα κι' έλεγα στην υπάλληλο γυρίζω να το πάρω. στην αρχή μου μαρτυρούσαν τον αποστολέα, μετά έμαθαν το κόλπο και ... πάπαλα.

έβγαινα στη γειτονιά, ψάχνοντας για περίεργες φάτσες. απέφευγα στέκια γνωστά, δρόμους παληούς, ανθρώπους πούχα περάσει μαζί τα "καλύτερα" χρόνια. όλο και κάτι θα τους ξέφευγε προς την άλλη μεριά και θα μαθευόταν πως υπάρχω, πως ζώ ακόμη, πως είμαι κάπου κοντά κι εύκολο θάταν να με βρούν. όχι ότι τους φοβόμουν, μα είπα: ήταν η κατάθλιψη καλή μου νεράϊδα.

ανέβαινα στο παπί ή στο αυτοκίνητο και σκεφτόμουν που με περιμένουν οι μπάτσοι. σε ποιό χιλιόμετρο, σε ποιά διασταύρωση; αν με σταμάταγαν είχαν πολλά για τη γούνα μου. από τα χρέη έως τον όποιο αγώνα ενάντια στην κατάθλιψή μου. δεν τόθελα με τίποτα να καταλήξω σε κανέναν Δομοκό.

πήγαινα στις διαδηλώσεις ή σε εκδηλώσεις με φόβο θεού. μην αναγνωρισθεί η φάτσα μου σε κάποια φωτογραφία και τη δεί κανένα τρίτο μάτι. γνωστά το βίωμα σε όσους έτυχε να τσακίσει η κρίση, σε όσους έτυχε να μη διαθέτουν το κάτι παραπάνω από θάρρος, λίγο τσαμπουκά, άτρωτη αδιαφορία. και κυρίως να μη διαθέτουν την προστασία του όποιου πατερούλη.

πείτε μου μετά από όλα αυτά αν έχω κάθε λόγο νάμαι χαρούμενος που μου φαίνεται πως όλα αυτά τελείωσαν. εγώ πάντως έτσι αισθάνομαι και δεν ακούω κανέναν πατερούλη, βρυκόλακα της ελπίδας μου. γι' αυτά πάλαιψα κι' αυτά μου δωρίζονται. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: