Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

μίλα μου μέλισσα

δεν υπήρχε τίποτα το σκοτεινό στη μάχη της με το χρόνο. το επιβεβαίωνε κάθε στιγμή το γαλήνιο βουητό της, το ανάλαφρο πέταγμά της από ανθό σε ανθό. και σαν άγγιζε το βάθος του ανθού, εκεί όπου πρόσχαρα αυτό την υποδέχονταν, άφηνε κάθε φορά κι' από μια, την ίδια απαράλλαχτη παραγγελιά: πες στη νύχτα να μη με περιμένει.

και σαν άπλωσα το χέρι ν' αγγίξω έναν ταπεινό ανθό, πετάχτηκε έξω, σαν νάθελε να με επιπλήξει για το βέβηλο του αγγίγματός μου, για τη σύληση μιας ύλης ιερής από τους στήμονες του ανθού.

λαμπρή, ανήμερα στην πόλη...


Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός...

την παρατηρούσα ώρα, στη βεράντα με τα καχεκτικά της αλλά φιλόξενα λουλούδια να σέρνεται ακάματη από ανθό σε ανθό επιλέγοντας με θεϊκή οικονομία όσα ήθελε να επισκεφτεί. ούτε ο άνεμος, ούτε η ωχρότητα του φωτός της μήνυαν να βιαστεί, να γυρίσει πίσω στο ταπεινό της εργαστήρι και σπιτικό.


Xιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση· 
H Aνατολή τ’ αρχίναγε κι’ ετέλειωνέ το η Δύση. 
Kάποι από την Aνατολή κι’ από τη Δύση κάποι· 
Kάθ’ ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι’ αγάπη. 

βροχή εικόνων από τον ακατανόητο μικρόκοσμο ενός ζωϋφιού, μιας αγριομέλισσας, από αυτές που επιμένουν να ζούν στην πόλη. εικόνες που μας οδηγούν, άλλοτε στην αβίαστη αναζήτηση των απολεσθέντων, στον συνεορτασμό με το αδιαχώρητο των ονείρων μας, κι' άλλοτε οδηγούνται δέσμιες στο κόσκινο της λογικής.

ρέγχοντας την καθημερινότητά μας, γεμίζουν οι σελίδες του βιβλίου της. σε λίγο θ' ανάψουν οι φωτιές πίσω από το βουνό, καίγοντας και αυτής της μέρας το βιβλίο-κάθε μέρα και πιο αδειανό, ώστε πόθοι και όνειρα, μίση και πάθη να γίνουν του κόσμου μας οι στάχτες, να μείνουν ανερμήνευτα, όρκος και στοίχημα της σκιάς του καθενός, σκοτάδι, παράγωγο μιας πανάρχαιης απορίας, που συνωστίζεται στις άκρες του κόσμου για να καταποντιστεί μια μέρα στις ρωγμές των οριζόντων μας. 

σ' αυτή τη θανάσιμη δυσαρμονία της καθημερινότητάς μας με τον θεό που κατοικεί βαθειά μέσα μας, αναλώνουμε την φωτεινότητα που ο καθείς μπορεί να δανειστεί. με όρους άλλοτε δικούς του, εισβάλλοντας με κραυγές στους ναούς της και άλλοτε με κεφάλι σκυφτό και βλέμμα χαμηλωμένο στην άσβεστη λαμπάδα της, έχοντας επίγνωση του απροσμέτρητου της κενότητάς του. 


κι' αφέθηκα να κυλήσει ο χρόνος ώσπου το γαλήνιο βουητό του ζωϋφιού να αποδιώξει το βουητό της πόλης. να κυλήσει ο χρόνος ώσπου στο άδειασμα του νού ν' αποζητήση η ψυχή την έξοδο από  το σκοτεινό πηγάδι, από το ανήλιο των προσδοκιών. κι' εκεί στο βωμό της συγχώρεσης, κάνοντας μιαν ακόμη θυσία, που το φώς της μέρας της επόμενης θα περιέπαιζε, κείνη τη στιγμή αναλογίζομαι ποιά από τα έργα μου μπορούν να μπούν στο ζύγι αντίβαρο στο εργόχειρο αυτής της μέλισσας, πως η αφοσίωσή μου μπορεί να δαπανηθεί χωρίς ευάρεστους επιμερισμούς, σε πόσους ανθούς σηκώνει η ψυχή μου να περιπλανηθεί, ευγνωμονώντας τους για τούτη τη στέρεη ύπαρξή τους.

και μιλώ,
σε σένα που γνωρίζεις το κάθε χρώμα, την κάθε μυρωδιά του πλανήτη, τις άστοχες διαδρομές στην κάθε σπιθαμή του ορατού και αόρατου κόσμου σου. που γροικάς το βάρος του λασπωμένου χώματος πάνω από τις μνήμες των νεκρών. που παρηγορείς τ' απελπισμένα χέρια πεινασμένων παιδιών. που της νύχτας τους βουβούς αναστεναγμούς της κούρασης τους κάνεις τραγούδι. που τη σκοτεινή όψη του κάλπικου νομίσματος δέχεσαι αγόγγυστα σαν ανταμοιβή του ημερήσιου μόχθου σου.


μίλα μου μέλισσα,

για την ανάσταση που γενά των λαθών η συγχώρεση και των σφαλμάτων η αβλεψία. το αγόγγυστο της περιπλάνησης και το αδιατάρακτο της συνύπαρξης. για το φώς που γενά το ενιζόμενο των ορατών και των καταχθονίων του κόσμου μας. κι' εγώ θα πώ στη νύχτα να μη μας περιμένει.

Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα, 
Kαι βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα· 
Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, 
Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.