Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

ο αμανές που έμαθες στο ισμίρ


θα ξαγρυπνάς τις νύχτες. και θα γελάς πως τελικά κατάφερες απ' όλους μας να ξεφύγεις. κρυφά απ΄τον αλάχ θα πίνεις το κονιάκ που σού 'δοσαν να ζεσταθείς οι φαντάροι κείνο το χειμωνιάτικο βράδυ στο τυχερό. και θα γελάς που ο προφήτης δεν θάχει πια εξουσία πάνω σου. και θάσαι ευτυχισμένος γιατί κανείς προφήτης δεν θα σε φοβίζει πια δείχνοντας με το δάχτυλο τους χαμένους παραδείσους σου. κανείς δεν θα σε περιφρονεί. από κεί πάνω, κάτω από τα χιόνια τ' ουρανού, θα σέρνεις κείνον τον αμανέ πούμαθες κάποτε στο ισμίρ τις ατέλειωτες νύχτες που καρτερούσες τη σχεδία να περάσεις απέναντι. και θα θυμάσαι και την άλλη σχεδία που πούλαγες στους δρόμους γύρω από την ομόνοια. σε ζηλεύω Ουαλίντ. γιατί σε θυμάμαι να τραγουδάς τον αμανέ που έμαθες στο ισμίρ και η ψυχή σου να φτεροκοπά. να σε τραβάει από το μανίκι να φύγετε κι οι δυό μαζί για τη γερμανία. νύχτα, θα περπατήσεις τρία χιλιόμετρα και θα περάσεις στη μπουλγκαρία κι' από κεί όλα θα είναι εύκολα. και σ' άφησε ο σαντιάγκο τρία χιλιόμετρα, να τα περπατήσεις. κι' αυτός θα σε περίμενε απέναντι με το βαν αναμμένο να σε πάει στη γερμανία. να συναντήσεις την ψυχή σου, το παιδί σου. φορτωμένος με σχέδια κι' ένα σάκκο με τα πως και τα να. να ξεφύγεις, να φύγεις. και να τον περιμένεις απέναντι. τρία χιλιόμετρα χωρίς φεγγάρι, χωρίς αστέρια. μόνο χιόνι, σε γή και ουρανό. 

δεν τάλεγε αυτά ο αμανές την τελευταία σου βραδυά στην αθήνα. μακρόσυρτος και μελαγχολικός για να υπόσχεται, αλέγρος για να νοσταλγεί. κι ήταν τότε πούσπαγαν οι νότες τα σύρματα των μέτρων, ξέφευγαν, χόρευαν αλλού πέρα από το μέτρο, πέρα από όλα τα μέτρα. σαν τρελλές χοροπηδούσαν πάνω από τις πέντεγραμμές, σαν τα πουλιά πάνω στα καλώδια, ώσπου έσπασαν και οι γραμμές και τα οδοφράγματα έπεσαν και οι νότες έφευγαν πάνω, κάτω, παντού και πουθενά. ντυμένες υφέσεις, διέσεις, διπλές υφέσεις, αναιρέσεις. τίποτα δεν τις συγκρατούσε, τίποτα δεν μπορούσε να τις απεικονίσει. μόνο η ψυχή σου ζωγράφισε για πάντα πάνω στο πρόσωπό σου τη μελωδία τους.

ούτε "να", ούτε "πώς". ο πανούργος ισπανός την κοπάνησε. μετρά τα λύτρα της ελευθερίας σου με τα πολυτίμητα λίτρα στο ρεζερβουάρ του. χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά από κεί που θα σε περίμενε, μακρυά από κεί που θ' άρχιζαν να σου κλείνουν το μάτι τα όνειρά σου. δεν σε περίμενε, αλλά και εκεί να΄ταν δεν θα τον συναντούσες. τόξεραν οι νότες από πριν. γι' αυτό είχαν ξελογιασθεί. πρελούδιο στην αιώνια ευτυχία σου. τη σκεπασμένη με τα χιόνια της ροδόπης

μόνο ένα σκυλί γνοιάστηκε, μόνο ένα σκυλί. να σκάψει στο χιόνι, να ζεστάνει το χιόνι. νάρθουν οι άλλοι μετά για να σου δώσουν μια θέση στους νεκρούς. μα συ ήθελες να μην είσαι ούτε μ' αυτούς ούτε με τους ζωντανούς. να μείνεις κάτω από το χιόνι θέλησες, να λιώνεις μαζί του, να εξατμίζεσαι στους ουρανούς. κι από κεί να βλέπεις το γυιό σου και να του τραγουδάς τον αμανέ που έμαθες στο ισμίρ.

κι' ούτε τα "να", ούτε τα "πώς" θα σου χρειασθούν ξανά Ουαλίντ. τίποτα δεν θα σου χρειασθεί. μόνο ο αμανές που έμαθες στο ισμίρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.