Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

ο θυμός του Αχιλλέα


εγώ, ώ Πρίαμε, βάσταξα τούτο το θυμό βαθειά μες στην καρδιά μου, ώσπου ο φίλος μου να ταφεί με τις τιμές που τ' άρμοζαν. Κι' αφού το μνήμα του έστησαν οι άνδρες μου κι' άκουσαν τη δική μου πεθυμιά, δίπλα του να ταφώ, σαν οι θεοί τ' αποφασίσουν, μ' αγώνες τίμησα την ταφή του,όπως στο γένος μου αρμόζει. κι' ύστερα έφαγα και ήπια κι' έπεσα να κοιμηθώ...

άκουγε τούτα τα λόγια του Αχιλλέα ο χαροκαμένος πατέρας σκυφτός, έτσι που τα δάκρυα κατά γής να πέφτουν, να δροσίζουν το κορμί του παιδιού του, στα κατάβαθα του Άδη. και τ' άσπρα του μαλλιά ευθύς στον ουρανό κοιτούσαν, τ' άσπρα μαλλιά πάντα στον ουρανό κοιτούν. 

....και στον ύπνο μου εκεί, όπου της γής τ' ανάχωμα ανάλαφρος αφήνεις και τάζεις στον κόσμο ομορφιές, κίνησα τη ψυχή του γυιού σου για να βρώ, να τούπω λόγια σαν αυτά: ό,τι κακό εγίνηκε ξεφύτρωσε απ' τη λύπη, της μέρας έργα μην μετράς Έκτορα ανδρείε.

έσκυψε κι' ο Αχιλλέας και τα λόγια τούτα κατά γης πήγαιναν, συγχώρεση να ζητήσουν. συγχώρεση του νικητή, κάπως σαν νάθελε αυτός νάναι ο ηττημένος.

τούτη η αντρειωσύνη έλαχε στον Αχιλλέα: να μη χρειαστεί η Θέτιδα θερμά να ικετέψει, μήτε τα δώρα των ηττημένων λύτρα του θυμού του να γενούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.