Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

η ζωή λεπτομερώς...


η ίδια στεγνή αφήγηση ξανά και ξανά. γιατί κάθε φορά π' απλωνόταν πέρα από τον ορίζοντά της συγκέντρωνε πάνω της όλο και περισσότερο σκοτάδι. κι' έτσι δεν τόλμαγε κανείς πια να μιλήσει. σίγησε η λαλιά στον χάρτη των απαγορεύσεων. οι λέξεις δεν φτάνουν στα δάκτυλα, δεν έρχονται στο νού. δάχτυλα που τέτοια μέρα χθές έτρεμαν από το βάρος των λέξεων που άγγιζαν, νούς που ριγούσε από τη μετενσάρκωσή τους. γιατί ήταν χρόνια που περίμεναν αυτή τη στιγμή. ήξεραν να περιμένουν.

στέκονταν δίπλα στο ποτάμι, ο ένας στη μια και ο άλλος στην άλλη όχθη. βουβοί κι αποκαμωμένοι. δεν ήξεραν πια αν αγαπιώνταν, αν ήσαν τουλάχιστον φίλοι ή αν ήτανε εχθροί. δεν ήξεραν τί τους είχε συμβεί. δύο χρόνια τώρα και δεν έμαθαν. ίσως και να μη μάθουν ποτέ, έτσι ανήμποροι να εξηγήσουν το παραμικρό. ανήμποροι να βγάλουν φωνή ή να ανταλλάξουν βλέμματα. ανήμποροι και σακατεμένοι από τη σιωπή. γιατί δεν ήξεραν τούτη η σιωπή τί κρύβει, ποιάν έχθρα, ποιό μίσος, ποιάν αποκοτιά, ποιά προσδοκία.

με τα φτερά κομμένα, τα στόματα σφαλιστά, τα μάτια θαμπωμένα από στάχτες ένοχων καύσεων. περιδίνηση του νού και της ψυχής μέσα σε μια απεγνωσμένη μετάλλαξη-καταφύγιο φρόντισε να αποσώσει κάθε τί που θα ήταν τροφή στη μνήμη: ρωγμές της σιωπής που διαρρηγνύουν το μη-ον εδώ και καιρό εξαφανίστηκαν. τετριμμένες εκφράσεις που καίγονταν ευθύς που ξεστομίζονταν από την επιμελημένη ορθότητά τους, απονεκρώθηκαν από την ανυπαρξία έστω και ευτελών προφάσεων. δεν υπήρχε τίποτα πια να καεί, να χορτάσει φλόγες αδηφάγες που κάποτε στιγμάτιζαν μια ένοχη έστω διαδρομή.

ώσπου μια φωνή έσκισε τη σιωπή μια φωνή π' ακούς όχι από στόμα αλλά από μια λειτουργία που εγείρει το στέρεο της επανασύνδεσης, τη θεότητα μιας μνήμης πούχε χαθεί και τώρα επανήλθε.

το παιδί να το βγάλετε Τσε, μ' ακούσατε ; 
Τσε Γκεβάρα. για να κληρονομήσει τις ήττες και τις νίκες σας. 
με τίς πρώτες θα πορευτεί, με τις δεύτερες θα γιατρέψει τις πληγές σας.

ποιός ν' ακούσει σε τούτη τη σιωπή που σαν μαύρη ύλη ρούφαγε κάθε μάζα ζωής, ακόμη και το νερό του ποταμιού κάτω από τα πόδια τους, τις φωνές των πουλιών, τ' αγέννητα των σπάρτων άνθη. πριν αυτά μαραθούν, πριν πετάξουν για άλλους καιρούς και σ' άλλους τόπους, πριν το ποτάμι διώξει τη σκουριά  από τα πικραμένα τους χείλη. σχεδιασμένος με κάθε λεπτομέρεια ο επικείμενος θάνατος.

το παιδί να το βγάλετε Τσε, τ' ακούσατε;

αντίλαλοι πρώτης και δεύτερης και τρίτης αρμονικής μιας παλλόμενης από πόθο για κίνηση χορδής που με την απονήρευτη αυθάδεια μικρού παιδιού ζητούσε από το νεκρωμένο σύμπαν να κινηθεί.

*****

αργά-αργά μετασχηματίζεται σε σκοτάδι το φώς των ξεχασμένων τοπίων τους, εδώ στις άκρες του ποταμού, που κάποτε με την ίδια δίψα, την ίδια χούφτα ήπιαν νερό. πάει καιρός από τότε, δύο χρόνια. πολλά για να λυπηθούν, λίγα για να ελπίζουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.